Η έννοια της δημιουργίας στο Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα

 Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό  Θράκα, στις 19 Ιανουαρίου 2020

 http://www.thraca.gr/2020/01/blog-post_19.html?fbclid=IwAR2tT5dO7Jw-9LVorGC2tIJtMowAMZ8kJIp-ywNX_H0pQz7hP-LxRFB6gjA


 

 

[...]

Το σώμα μου σιδηροπαγές και άκαμπτο

προτιμά το θέατρο απ’ τη διχασμένη ζωή του.

(Δέκα μαδέρια, μια κουρτίνα, λίγο δόλο)

Ποιος μπορεί να πει εγώ και να εννοεί εμένα;


Υπαισθησία της διπλανής θέσης

στην οποία κατακάθομαι.

Ένα σακί σε σιτοβολώνα

Ένα σκουριασμένο άλογο.

Ένα βιβλίο στο ράφι με τα αστυνομικά.

(σ. 55)


Το Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014, σ. 79) είναι μια ποιητική αφήγηση από το εικοσιτετράωρο πρόγραμμα (από αυγή σε αυγή) του υποκειμένου που γράφει. Μία ημέρα στη συνείδηση του ποιητικού εγώ, το οποίο καταγράφει την πάλη του ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία από τη μία μεριά, και στην τριβή με τις καθημερινές ασχολίες και συναναστροφές από την άλλη.

Το πλαίσιο είναι μοντερνιστικό. Έχουμε ποίηση με εσωτερικό μονόλογο, σύμφωνη με τη ροή της συνείδησης. Το ποιητικό εγώ έχει οξυδέρκεια, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, αλλά καθετί είναι φευγαλέο στη σκέψη του, επομένως αδυνατεί να συνδεθεί με ένα βαθύτερο συναίσθημα ή να δώσει μια εξέχουσα οπτική εικόνα. Η ματιά είναι αποσπασματική, κυνική και εγωκεντρική -παθογένειες της υποκειμενικότητας.

Όσο προχωρά η αφήγηση το σκηνικό αλλάζει: Στο σπίτι, επισκέψεις σε φίλους, Αθήνα κέντρο, στο θέατρο, Πέραμα, π.χ. «Με μια πιρόγα από φελλό πλησιάζω την κουζίνα./Κουπί που σπρώχνει τα νερόφιδα/στα κόκκινα κηρύγματα του ιβίσκου» (σ.18) ή «Ξαφνικά το Πέραμα και ο Πειραιάς/με πλησίασαν μέσα στην ήρεμη βουή τους/που προδίδει νυχτερινή ζωή με ζαρωμένα τραπεζομάντιλα/κι άγραφες ιστορίες λίγων τετραγωνικών» (σ. 66). Ο αναγνώστης ακολουθεί την flânerie του ποιητή.

Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο με λίγες ομοιοκαταληξίες συνήθως εσωτερικές. Περιλαμβάνουν ακόμη μακρές φράσεις-περιόδους σαν κανονική ομιλία. Κάποιες παρομοιώσεις είναι εξεζητημένες π.χ. «έξω ένα πρωινό σαν πεταμένη φλοκάτη» (σ. 16), αλλά ο ποιητής έχει συνείδηση της ευκολίας και υπονομεύει την εργασία του: «Τίποτα πρωτόλειο, τίποτα λευκό./Ό,τι και να πεις είναι τσιτάτο.» (σ. 20).

Συχνά ολόκληρες στροφές μοιάζουν με απόφθεγμα («Δεν υπάρχει τέχνη/υπάρχουν μόνο καλλιτέχνες./Τους αναγνωρίζεις απ’ τον τρόπο/που περιφρονούν/τις πλαστικές καρέκλες μπαλκονιού.», σ. 23). Αποτυπώνουν ένα συμπέρασμα ή είναι απλά μια κατακλείδα. Ίσως, όμως, αυτή η επιλογή να μην αφήνει την απαραίτητη ελευθερία που χρειάζεται το ποίημα για να αναπτυχθεί και να αναδυθεί μια καινούρια γλώσσα. Ίσως το υλικό χρειάζεται λιγότερες συμπερασματικές διατυπώσεις, λιγότερες τοποθετήσεις του ομιλούντος/σκεπτόμενου προσώπου, δηλαδή λιγότερο έλεγχο.

Στο βιβλίο χτυπάει ένας βορειοευρωπαϊκός παλμός. Σκέφτομαι έναν Μπέρνχαρντ στη Ρωσία: «Υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μια εντυπωσιακή είσοδο αλλά μπαίνω και κάθομαι στην πολυθρόνα» (σ.11). Υπάρχει μια υπόγεια ροή που επιβάλλει η συνείδηση και είναι πάντα γοητευτική γιατί σε αφήνει να κοιτάς στον πολύ προσωπικό χώρο του αφηγητή-πρωταγωνιστή, στο μυαλό του.

Η κεντρική ιδέα του βιβλίου δομείται πάνω σε ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό υπόστρωμα που αφορά την έννοια της δημιουργίας, π.χ.:


«Πιθανότητα Α΄ (ψυχολογική):

Ένας εσωτερικός οίστρος που φτιάχνει τις αιτίες του

για να δικαιολογηθεί. (Να βλέπεις σημαίνει να προβάλλεις.)

Πιθανότητα Β΄ (γνωσιολογική):

Η ομορφιά ως εργαλείο πρόσληψης, ως δεκανίκι του υποκειμένου

κατά την έξοδό του στον κόσμο. (Ένα γλυκάκι, ένα διεγερτικό.)

Πιθανότητα Γ΄ (ποιητές όλων των χωρών ενωθείτε):

Το όμορφο σε καλή τιμή ως παρηγοριά

-το κεφάλαιο των φτωχών.

[...], (σ. 17)


Ο ποιητής ανατρέχει σε θεωρίες της λογοτεχνίας, αναζητώντας το δικό του εγχειρίδιο γραφής. Χωρίς να αναφέρονται ρητά, σχολιάζονται κριτικά στο βιβλίο συμβάσεις, όπως η επίκληση στη μούσα, πεποιθήσεις, όπως η ιδέα ότι υπάρχουν “όμορφα” ή “υψηλά” θέματα, θεωρίες, όπως είναι η ποίηση ως μίμηση (Αριστοτέλης), η ποίηση ως καθρέφτης της κοινωνίας (ρεαλισμός), ως προσωπικό ταλέντο (ρομαντισμός), η ποίηση ως σύμβολο ή μυθική μέθοδος (μοντερνισμός), η ποίηση-γραφή ως κόσμος της συνείδησης (φαινομενολογία). Δεν απαιτείται εξειδικευμένη γνώση και ο αναγνώστης μπορεί ακόμη να δει από Σαίξπηρ και γερμανικό ιδεαλισμό μέχρι γραφές του 20ού αιώνα.

Όμως, θέτουμε το εξής ερώτημα: Αυτό που διαβάζουμε είναι κοντά στον σύγχρονο τρόπο ζωής; Είναι η σκέψη ενός μετανεωτερικού ανθρώπου του 21ου αιώνα; Μας αφορά; Και εάν ναι με ποιον τρόπο; Εάν όχι, γιατί όχι πια; Εφόσον το θέμα του βιβλίου είναι η ποιητική δημιουργία οφείλουμε να σκεφτούμε με ποιους όρους (πολιτικούς-κοινωνικούς) αυτή συμβαίνει, διότι στο Ξυράφι το ποιητικό υποκείμενο έχει απορροφηθεί από τη θεωρητική του κατάρτιση και την εσωστρέφεια. Κάνει μία κριτική επισκόπηση των ιδεών αλλά η γραφή του δεν ανατρέπει ούτε κοιτά λοξά την παράδοση.

Το βιβλίο αφορά την αισθητική της δημιουργίας και πώς η αισθητική παράγει γνώση. Τι αναπαριστά ένα ποίημα; Ας σκεφτούμε τον στίχο με τις πλαστικές καρέκλες που παραθέσαμε προηγουμένως. Πώς αλληλεπιδρά η συνείδηση και η εμπειρία; Το μότο του βιβλίου είναι από τον Νοβάλις: «Αναζητούμε παντού το απόλυτο/και δεν βρίσκουμε παρά μονάχα πράγματα». Είναι μια πάλη μεταξύ νοησιαρχίας και εμπειρισμού. Ο ποιητής διερευνά εάν η ιδέα των πραγμάτων είναι ταυτόσημη με τα πράγματα. Έχουμε μία -την ίδια- λέξη και για τα δύο; Μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή τη αυθαίρετη σύμβαση και ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης σε αυτό το φιλοσοφικό πρόβλημα;

Ο Μάινας βρίσκει την αρχή της οικονομίας (η θεωρία του ξυραφιού του Γουλιέλμου του Όκαμ, 1287-1347), δηλαδή να επικεντρώνουμε την προσοχή μας στα υπαρκτά και απολύτως απαραίτητα. Επικαλείται την ολιγάρκεια και την εξάσκηση του βλέμματος όχι στα ιδεατά πράγματα αλλά στη γειωμένη εμπειρία. Κοιτάζουμε στο εξώφυλλο το φορτηγό πλοίο, δεμένο στην προβλήτα, αλλά σε πρώτο πλάνο είναι τα στάσιμα νερά και οι αντανακλάσεις τους. Αντανακλούν μορφές και λίγο ουρανό. Αυτό είναι όλο, μια κατακερματισμένη αντανάκλαση όσων συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και τη νόηση ακόμη και μέσα σε λιμνάζοντα νερά.





Μια παρωδία ερευνητικής μελέτης: Δημήτρης Καρακίτσος «Παλαιστές»

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό  Αποικία, στις 6 Φεβρουαρίου 2018 (με τίτλο επιλεγμένο από την σύνταξη, «Σε ποιο είδος ανήκει το βιβλίο;»): http://apoikia.gr/karakitsos-dimitris-palaistes-kritiki-eleni-tsantili/ 
 
Η Αποικία ήταν ένα εγχείρημα που δημιουργήθηκε από κάποιους νέους συγγραφείς, εγώ π.χ. την έμαθα από τον Αλέξιο Μάινα που ήταν μέλος της συντακτικής ομάδας της. Δεν κράτησε πολύ, αν και είχε ωραία κείμενα και θέματα και λειτουργικό στήσιμο ως ιστοσελίδα. Προς το παρόν είναι ακόμη ορατή με όλο το υλικό και η παραπάνω ανακατεύθυνση λειτουργεί.


Οι ιστορικές μορφές του Τζιμ Λόντου, του Παναγή Κουταλιανού και του Δημήτρη Τόφαλου έχουν δημιουργήσει τη γνωστότερη εικόνα των μασιστών ή κατσέρ, δηλαδή των παλαιστών που έστηναν θεάματα, άλλοτε αγώνες με αντιπάλους κι άλλοτε επιδείξεις των “υπερφυσικών” τους δυνάμεων. Ο Ζήσης Σαρίκας στο μικρό πεζό «Οι κατσέρ» (Ψίχουλα, Νησίδες, Σκόπελος 1998, σ. 147) περιγράφει τη ζωντανή στη μνήμη του εικόνα από το γήπεδο της ΧΑΝΘ τη δεκαετία του 60: «Έβγαιναν οι κατσέρ με μάσκες, με προβιές, με ξενικά ονόματα (τάχα αλλοδαποί ή ανθέλληνες) με μπάκες ένα μέτρο. Και μετά, μουγκρίζοντας, άρχιζαν να κάνουν πως παλεύουν, κάτω απ’ τις ιαχές μας και τις γυναικουλίστικες παροτρύνσεις μιας κοντής σπανομαρίας, δήθεν διαιτητή, με το μικρόφωνο στο χέρι.» Στην αφήγηση του Σαρίκα η μετέπειτα εμπειρία μετατοπίζει την οπτική της παιδικής μνήμης. Τώρα, προς το τέλος της δικτατορίας, κάποιοι κατσέρ βρίσκονται δίπλα σε αστυνομικούς και ασφαλίτες (σ. 147). Η εικόνα τους είναι γνωστή και από τον κινηματογράφο. Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία Θου Βου Φαλακρός Πράκτωρ (ταινία που, σύμφωνα με το ρεύμα της εποχής, σατιρίζει τις κατασκοπικές ταινίες του Τζέιμς Μποντ) όπου ο πρωταγωνιστής Θανάσης Βέγγος παλεύει με έναν κατσέρ. Σε κάθε περίπτωση η εικόνα των παλαιστών αυτού του είδους είναι φοβερή, κωμική και ανοίκεια.

Την περιθωριακή τους ζωή και τα λούμπεν χαρακτηριστικά τους αναπλάθει ο Δημήτρης Καρακίτσος στο βιβλίο Παλαιστές (Ποταμός, 2015, σ. 139). Επινοεί ένα φανταστικό πρόσωπο, τον Αποστολάρα, και μέσω των απομνημονευμάτων του αλλά και άλλων πηγών αφηγείται τη δράση των παλαιστών από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα. Εστιάζει περισσότερο στην περίοδο του μεσοπολέμου, οπόταν τα παλαιστικά θεάματα είχαν περισσότερη αξία και ανταπόδοση για τους πρωταγωνιστές (μαζί με τις παραστάσεις του Καραγκιόζη στον τομέα του φθηνού λαϊκού θεάματος) και ακολουθεί τους πρωταγωνιστές στη μεταπολεμική τους δύση. Το ενδιαφέρον στο αφήγημα του Καρακίτσου είναι η ολότελα επινοημένη ματιά πάνω στο θέμα του. Μια φανταστική ερευνητική μελέτη που με επιμέλεια αναδιπλώνει τη σχέση αφήγησης-πραγματικότητας. Όταν τελειώνει η ανάγνωση του βιβλίου σχηματίζεται ένα ερωτηματικό πάνω στις έννοιες ανάγνωση και πρόσληψη, γεγονός και μύθευμα, πραγματικότητα και φαντασία.

Ό,τι λοιπόν φαίνεται να αφηγείται από μνήμης ο Σαρίκας, το αναζητά σε αρχεία ο Καρακίτσος. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας-αφηγητής, που υπογράφει ως Δ.Κ., υποδύεται τον ρόλο του ερευνητή που αναλαμβάνει να φέρει στο φως σκηνές από τη ζωή των μασιστών, δηλαδή των παλαιστών θεάματος, να ανασυστήσει τα αγωνιστικά τους θαύματα και τις προσωπικές τους ιστορίες που βρίσκονται σκορπισμένες σε αρχειακό υλικό. Έτσι ο αφηγητής επικαλείται έρευνα σε αρχεία: Εφημερίδες με ευφάνταστα ονόματα (Το Κουδούνι, Καρπενήσι, Η Ωραία Αιθιοπίς), βιβλία (Τι ήτο η Απλωταριά;) περιοδικά, ημερολόγια, απομνημονεύματα, επιστολές και συγκεντρώνει επίσης προφορικές μαρτυρίες. Αν και μερικά από τα παραπάνω μπορεί πράγματι να υπάρχουν, μέσα στην αφήγηση λειτουργούν αποπροσανατολιστικά για τον αναγνώστη, π.χ. το ψευδές συμβάν μαρτυρείται σε ένα υπαρκτό έντυπο. Με την αφηγηματική ύφανση των πληροφοριών που έχει συλλέξει από τα αρχεία δομεί ένα μισοψεύτικο-μισοαληθινό σκηνικό. Ο συγγραφέας μετατρέπεται σε έναν ψευδοερευνητή που εξαπατά -αληθοφανώς- τους αναγνώστες όπως ακριβώς έκαναν για χάρη της ψυχαγωγίας οι κατσέρ. Επομένως, οι Παλαιστές δεν μπορεί παρά να είναι ένα ψυχαγωγικό βιβλίο στο οποίο η περιπαικτική αφήγηση του Καρακίτσου ερεθίζει το ερευνητικό πνεύμα του αναγνώστη.

Το βιβλίο δεν φέρει υπότιτλο, π.χ. μυθιστόρημα, μαρτυρία, ιστορία, λαογραφική μελέτη. Εμπεριέχει όμως κάτι από όλα τα παραπάνω διότι στην ουσία του είναι μια παρωδία στο είδος της λαογραφικής μελέτης και κυρίως στις ερασιτεχνικές αναδιφήσεις. Εξάλλου, η υπογραφή του αφηγητή, Δ.Κ., παρωδεί την ιδιότητα του ιστοριοδίφη. Αυτό αποδεικνύεται από ορισμένα στοιχεία: α) Καταρχάς από τα υποκειμενικά σχόλια του συγγραφέα-ερευνητή που δεν τον αφήνουν να αποστασιοποιηθεί από το θέμα ώστε να είναι αντικειμενικός αλλά αντιθέτως τον εμπλέκουν συναισθηματικά, π.χ. μιλώντας για τον Αποστολάρα, τον «μοναδικό εγγράμματο παλαιστή» (σ. 25) σχολιάζει ότι «μάλλον άξιζε να πλουτίσει» (σ. 34). β) Περαιτέρω, η συμπάθεια ή αντιπάθεια του συγγραφέα προς τα πρόσωπα που παρουσιάζει. Δηλώνεται ο φαβοριτισμός του προς τον Αποστολάρα («όπως εύκολα θα διαπιστώσει ο αναγνώστης μου, το βιβλίο τούτο αποτελεί ένα ταπεινό εγκώμιο για τον εξαίσιο παλαιστή Αποστολάρα» σ. 47), αντιθέτως μπορεί να γίνει σαρκαστικός για πρόσωπα που θεωρεί λιγότερο σημαντικά («γνωρίστηκε με μια ασήμαντη Καρπενησιώτισσα ποιήτρια» και λίγο παρακάτω « η ποιήτρια μοιάζει να ‘ναι λίγο φαντασμένη» σ. 22). γ) Χρησιμοποιεί δραματικό τόνο γύρω από διάφορα γεγονότα («[...]οι παλαιστές που ενέδιδαν σε στημένα παιχνίδια αντέχανε -το πολύ- δυο χρόνια. Το πέρασμα του Ηλία και του Γαρούφαλου από τις παλαίστρες ήτανε σύντομο και σκοτεινό. Το ‘27 η παλαίστρα τους κατάπιε -χαθήκανε τα ίχνη τους» σ. 46-47). δ) Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιστοριοδίφη είναι η σιγουριά για τη σπουδαιότητα των ευρημάτων του αλλά και η κριτική προς τρίτους που δεν ασχολήθηκαν με αυτό το ανεξερεύνητο θέμα («Έχει σημασία να πούμε ότι με τους παλαιστές δεν ασχολήθηκαν οι συγγραφείς λαϊκών μυθιστορημάτων. Ο Αριστείδης Κυριακός [αληθινό πρόσωπο], φερειπείν, που το εκτεταμένο έργο του περιλαμβάνει μυθιστορήματα για λήσταρχους, φονιάδες, αραπάδες, έως και τη λέσχη των Φίφτι Του, δεν έγραψε γραμμή για κάποιον παλαιστή. Το πέρασμα, το 1885, του Κουταλιανού από τον Βόλο έδωσε στον ζωγράφο Θεόφιλο έμπνευση για μια ωραία τοιχογραφία – μα ο Θεόφιλος δεν έδωσε καμία σημασία στους παλαιστές που περνούσαν τους θερινούς μήνες από την πόλη» σ. 103). Έτσι έρχεται ο ίδιος να καλύψει το κενό ( από την εισαγωγή, «Γράφω για τους εν Ελλάδι παλαιστές του μεσοπολέμου σημαίνει: ψάχνω για τα ίχνη τους και μόνο» σ. 11). ε) Τέλος η προβολή από τον συγγραφέα-αφηγητή, συνήθως μέσω εισαγωγής και επιμέτρου, του μόχθου να συλλέξει όσα περισσότερα μπορούσε για να προσφέρει στην έρευνα και την ιστορία («Των παλαιστών τούτων τα ίχνη γύρεψα μέσα σε σάπια φύλλα περιοδικών και εφημερίδων» σ. 103).

Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο Καρακίτσος είναι αποπροσανατολιστικές αλλά με ένα τρόπο που διαρκώς υπενθυμίζουν ότι διαβάζουμε λογοτεχνία και όχι κάποιου είδους ιστορική-λαογραφική μελέτη, παρά τη σχεδόν πειστική παράθεση χρονολογιών, προσώπων, αρχειακού υλικού. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω τεσσάρων τεχνασμάτων, την έντεχνη αγωνία, τις παραπομπές σε αυθεντίες, δηλαδή σε γνωστά έργα, τον εγκιβωτισμό άλλων αφηγήσεων και την υπονόμευση της αφήγησης εν γένει. Όσον αφορά το πρώτο τέχνασμα, εφόσον ο συγγραφέας έχει θραύσματα αρχειακού υλικού, τότε μόνο αποσπασματικά μπορεί να ανασυστήσει τη ζωή των παλαιστών. Έτσι δημιουργούνται πολλά κενά στη χρονολογική και την πραγματολογική αφήγηση των γεγονότων. Ο συγγραφέας μεγεθύνει αυτά τα κενά μέσω π.χ. εκκρεμών ερωτημάτων («Πάλεψε ή τραγούδησε ο Αποστολάρας στο πλευρό του Γυφτοθόδωρα; Ποιος μπορεί να το πει...» σ. 96). Επίσης συσκοτίζει τα πραγματικά στοιχεία από τα επινοημένα παραπέμποντας σε γνωστά έργα και πρόσωπα (Ιωάννης Κονδυλάκης, Φώτης Κόντογλου). Αν και το βασικό θέμα είναι οι παλαιστές του Μεσοπολέμου, ο συγγραφέας δεν διστάζει να εγκιβωτίσει ιστορίες πρωτοπαλαιστικές, παρακολουθώντας την εξέλιξη αυτού του τύπου θεάματος. Και ενώ από τη μία το χρονολογικό βάθος δίνει την ψευδαίσθηση μιας περιπτωσιολογικής ιστορικής αφήγησης, από την άλλη υπονομεύει την αφήγηση, και από την ιστορική της διάσταση την επαναφέρει με νύξεις στη λογοτεχνική («Ο κόσμος τα πίστευε αυτά τότε. Όπως επίσης έπαιρνε τα καραγκιοζάκια στο πανί για αληθινά» σ. 27). Ή όπως δηλώνει ο αφηγητής στο επιμύθιο «Έπιασα να γράψω δυο πράγματα για τους παλαιστές, γιατί η ζωή τους είναι ένα έτοιμο ρομάντσο – μια λαϊκή φυλλάδα», σ. 115.

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ

  Αθόρυβα έχει μπει ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) στην βιβλιοθήκη μου, ενώ ποτέ δεν ήταν μέσα στις επιλογές μου. Κι όμως, έχω ένα ελάχιστο δ...