Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήτας Στέργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήτας Στέργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δοκιμιακά ποιήματα σε αυστηρές φόρμες. Για την Έμμετρη φυσική ιστορία των θεάτρων του Στέργιου Μήτα

Ίσως το πρώτο κριτικό κείμενο, λίγα χρόνια μετά την σχολή και ενόσω ήδη έκανα μεταπτυχιακό στη Συγκριτική Γραμματολογία. Μάλλον γι' αυτό είναι φορτωμένο με αρκετή θεωρία, όχι όμως καλά ενσωματωμένη. Φαίνεται και από το γεγονός ότι παραθέτω ένα μόνο ποιητικό απόσπασμα από το βιβλίο. Η κριτική ίσως χρειάζεται αναθεώρηση. Πάντως έτσι δημοσιεύθηκε στο έντυπο Ένεκεν, τχ. 32, Μάιος-Ιούνιος 2014.

 

Το υλικό που θα πραγματευτώ απαιτεί ένα διττό χειρισμό καθώς έχουμε μια ποιητική καταγραφή και μια θεωρητική που βρίσκονται σε σχέση σύνθεσης, δηλαδή δύο διαφορετικά γλωσσικά συστήματα που αλληλοαναιρούνται. Επομένως διαβάζουμε ένα ποιητικό βιβλίο που κλείνει το μάτι στη θεωρία. Από αυτή την άποψη η συλλογή του Στέργιου Μήτα, Έμμετρη Φυσική Ιστορία των θεάτρων, προσλαμβάνεται ως μια ποιητική ερμηνεία, ή ως λοξό σχόλιο, αυτού που ονομάζουμε νεωτερικότητα. Ο ποιητής έχει γνώση της γραμματολογίας που του επιτρέπει να αποδομήσει, και μάλιστα το ένα μέσα στο άλλο, τα δύο θέματά του, την ποίηση και τη θεωρία. Ξαναγράφει αποσπασματικά λεπτομέρειες από την ιστορία των ιδεών αντιστρέφοντας με χιούμορ και ειρωνεία το παράδειγμα, ενσωματώνοντας παρεμβάσεις σουρεαλιστικής καταγωγής.

Για την κριτική λοιπόν προκύπτουν ερωτήματα όπως: μπορεί η λυρική-προσωπική ποίηση να περιλάβει τον θεωρητικό-δοκιμιακό λόγο και να τον θεματοποιήσει; Δεύτερο, μπορεί ένα ποιητικό έργο να εισάγει στην πολιτική ή κοινωνιολογική θεωρία ένα νέο όρο όπως π.χ. το πρεκαριάτο; Στην τελική τα αυστηρά και παγιωμένα από την παράδοση μετρικά σχήματα αντέχουν το εννοιολογικό βάρος όρων τους οποίους η ίδια η θεωρία εισάγει αλλά και αναθεωρεί για να προσφέρει μια σε βάθος «ανάγνωση» του κόσμου (ως πολιτισμικού φαινομένου); Από την άλλη ο προβληματισμός του ποιητή για τη μορφή δείχνει ακριβώς την προσπάθειά του να διαχειριστεί το υλικό του έχοντας την επίγνωση ότι μεταφέρει ζητήματα ποιητικής σε άλλους τόπους.

Ο καθ’ όλα περιγραφικός τίτλος του βιβλίου, Έμμετρη Φυσική Ιστορία των θεάτρων, περιλαμβάνει ταυτόχρονα τους δύο πόλους που μαγνητίζονται από την αρχή ως το τέλος, δηλαδή την ποίηση ως είδος με τη μετρική της συνέπεια (έμμετρη) και την κριτική του νεωτερικού πολιτισμού (ως θεάματος) όπως υποδηλώνει στο δεύτερο σκέλος το ομώνυμο άρθρο του Τ. Αντόρνο (φυσική ιστορία των θεάτρων). Και πράγματι όπως θα δούμε ο λυρισμός μένει στη φόρμα ενώ ο λόγος είναι κριτικός, υπονομεύοντας έτσι τη φύση και των δύο. Το βιβλίο απαρτίζεται από μια ποικιλία σταθερών μορφών όπως το σονέτο, η μπαλάντα και το πεζοποίημα και αναγνωρίσιμων μετρικών συνδυασμών στους στίχους και τις στροφές. Τα πεζοποιήματα λειτουργούν ως σουρεαλιστικές σκηνές. Η δε «Καρδιά από υγραέριο του Τριστάνου Τζαρά» σε πέντε στιγμιότυπα-πράξεις που πλαισιώνει τις άλλες ενότητες, αξιώνει το τυχαίο και μοιραίο μέσω μιας αισθητικής εκλέπτυνσης της εικόνας που θα έλεγα ότι λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης μέσα στο βιβλίο, και θα εξηγήσω παρακάτω. Κατά τ’ άλλα υπάρχουν τέσσερις ενότητες ποιημάτων: η ομότιτλη «Έμμετρη Φυσική Ιστορία των θεάτρων», ο «Άγιος Πρεκάριος Πυροτεχνουργός», το «Τι πραγματικά είπε ο Κάρολος Μαρξ» και τέλος ως μοναδικό το ποίημα η «Μπαλάντα της κλινικής». Τα ποιήματα μπορούν να σταθούν και αυτόνομα εκτός ενότητας. Η κεντρική ιδέα που τα διαπερνά, κι όχι αναγκαστικά σε όλο το εύρος τους, είναι η ίδια η ποιητική τέχνη με όρους παραγωγής, από τον δημιουργό ποιητή ως ατομική οντότητα έως τον αναγνώστη ή το κοινό, και ειδικότερα η πρόσληψη του παραδοσιακού στίχου.

Στη «Φυσική ιστορία του θεάτρου» που ανθολογεί στη βιβλιογραφία του ο Μήτας, ο Αντόρνο εξετάζει το θέατρο μορφικά, κάνοντας μια ταξική ιεράρχηση για να καταλήξει στον ιδανικά απώτερο σκοπό του που είναι η κατάργηση της δομής του αλλά και της χρονικότητάς του. Θα πάψει να διευθετεί τον ιστορικό χρόνο χάριν ενός αιώνιου παρόντος που θα απολυτρώνει το εφήμερο.i Ο Μήτας υιοθετεί αυτή την αντιμετώπιση του θεάματος (η τέχνη και η κοινωνία ως θέαμα) και πάνω στην ιστορική-χρονική θεώρηση μεταφέρει τον παραδοσιακό στίχο σε μια σύγχρονη εκδοχή. Στήνει και σκηνοθετεί θεατρικά το υλικό του· τα ποιήματα είναι περιγραφικά, μας δείχνουν ένα θέαμα, το οποίο επιμελώς αποδομεί, υπενθυμίζοντας συνεχώς ότι το πλάσιμό του παραμένει ρευστό. Έχουμε πρόσωπα που κινούνται σε ένα δοσμένο πλαίσιο αφενός της μετρικής φόρμας και αφετέρου του κοινωνικού χώρου. Η θεατρική σκηνή διαμορφώνεται αντίστοιχα π.χ. σε τσίρκο («Του Πιερρότου και της Εσταυρωμένης») ή σε γαμήλια τελετή («Ο γάμος: Φινάλε»). Γύρω γύρω ο καθένας στον ρόλο του και την εκπλήρωσή του: η Τρελή (μα είναι η Ποίηση;), ο Πιερρότος, η Εσταυρωμένη, ο Μπάστερ Κίτον, ο άγιος Πρεκάριος, ο Κάρολος Μαρξ, ο Καμπουράκος. Όλοι διευθετούνται στο τρίπτυχο σκηνή-υπόκριση-θέαση ή άλλως ιστορικός χώρος (που γίνεται και χώρος του ποιήματος)-υποκείμενο που δρα-μάζα, δηλαδή οι χειροκροτητές που μπρος στο θέαμα, όπως λέει ο ποιητής, ασμένως ριγούν ή είναι αμέτοχοι σαν θύτες. Οι ρόλοι αντιστρέφονται όπως και το πλαίσιο. Τα «Παρισινά χειρόγραφα» είναι ενδεικτικά:


Το φρυγικό σκουφί σου, επαίτης, καταγής. Η τριαδική μας

άθεη, η «ασύγχυτη ένωση», η ελευθερία-ισότης-αδελφότης:

απέμεινε σε σύγχυση και μόνη. Μαδώντας πια το σύννεφό της,

διάβηκε η υψηλή σου ραπτική – και απέμεινε η ολόδική μας


γύμνια. Αρχίζουν όλα αντίστροφα: τα γένια κόβει, διαγράφει

του Κεφαλαίου τα κεφάλαια. Οι προλετάριοί σου, στράφι.

Την ιστορία γράφουν με μελάνι συμπαθητικό. Ολογράφως

υπογράφει: Κάρολος Μαρξ, ετών δεκαεννιά, σονετογράφος.


Η αντιστροφή αυτή δηλώνει μια ηθελημένη παρανάγνωση, απαιτεί τη διαφορετική ματιά πάνω στα πράγματα και κυρίως πάνω στην παραδεδομένη ερμηνεία τους. Επομένως είναι μία κριτική γραμμένη σε άλλη γλώσσα, έξω από το «αντικειμενικό» κέλυφος ενός δοκιμίου και μέσα στο σχετικισμό του ποιήματος. Άλλωστε η κριτική είναι η κατεξοχήν νεωτερική μέθοδος, το διακριτικό γνώρισμα που σηματοδοτεί τη μετάβαση στους νεότερους χρόνους. Χρησιμοποιώντας τα ίδια νεωτερικά εργαλεία ο Μήτας πιάνει το νήμα της διαλεκτικής και το ξαναγράφει σε ένα άλλο είδος, το ποιητικό. Το θεατρικό στήσιμο του επιτρέπει να παλινδρομεί χρονικά όμως μέσα σε ένα συγχρονικό πλαίσιο. Εννοώ ότι μολονότι μας μιλά για την ποίηση (την αγωνία του ποιητή για την πράξη της δημιουργίας αλλά και την αποδοχή του έργου του από κοινό, κριτικούς και ανθολόγους), διαρκώς περιστρέφεται γύρω από τη θεωρία του αστικού πολιτισμού, τη γαλλική επανάσταση, τον Μαρξ και τον Μπένγιαμιν, φτάνοντας στο σήμερα και την έννοια του πρεκαριάτου. Επικαιροποιεί ποιητικά όσα κατέγραψε ή καταγράφει η ιστορία των ιδεών. Εντέλει τι κάνει ο Μήτας; Η διαλεκτική του διαφωτισμού είναι το περιτύλιγμα για να μιλήσει για την ποίηση; ή μήπως με την ποίηση και την ποιητική μιλά έμμεσα για τη διαλεκτική του διαφωτισμού; Στην ουσία επιχειρεί μια θαυμαστή σύγκλιση, που αφενός ανανεώνει θεματικά την λυρική ποίηση και αφετέρου υπενθυμίζει ότι βρισκόμαστε μέσα στην Ιστορία και την πολιτική, ότι το βιβλίο δεν έχει ακόμη κλείσει. Έτσι φτάνει μέχρι την έννοια του πρεκαριάτουii που ανέφερα παραπάνω. Στο ποίημα «Άγιος Πρεκάριος Πυροτεχνουργός», σύνθεση σε δύο μέρη, εισάγει ένα μοντέρνο άγιο, τον άγιο της εργασιακής επισφάλειας, του πλέον σύγχρονου καπιταλιστικού εργασιακού μοντέλου. Αυτόν που φροντίζει για τους ευέλικτους και γρήγορα αναλώσιμους εργάτες. Μιλά για μια νεωτερικότητα που βρίσκεται σε εξέλιξη αλλάζοντας μορφές ή ακόμα ακόμα αρθρώνει ένα κριτικό λόγο σε αισθητικό και κοινωνικό επίπεδο για μια μεταμοντέρνα κατάσταση.

Ο ποιητής έχει πλήρη αυτοσυνειδησία όταν προσπαθεί να χωρέσει σ’ ένα μετρικό σχήμα έννοιες πολιτικές. Αναγνωρίζει τη δυσκολία τού να προσαρμόσει τον θεωρητικό λόγο σε ένα άλλο είδος, το ποιητικό, διαφορετικό από την αμιγώς δοκιμιακή του φύση. Δοκιμάζει την αντοχή των ραφών του καινούριου κουστουμιού. Τώρα ο ποιητικός λόγος πρέπει να αναδείξει έννοιες παρά εικόνες, λογική παρά συναίσθημα. Γι’ αυτό άλλωστε, σαν επιβεβαίωση, βλέπουμε περισσότερο τη διάνοια παρά την εικόνα. Ο στίχος συχνά στομώνει και φαίνεται παραγεμισμένος. Η ποιητική εικόνα σκαλώνει σε ένα εννοιολογικό στρίμωγμα. Πολλές φορές η τομή σε κάθε στίχο βρίσκεται σε σημεία που εξυπηρετούν το νόημα κι όχι τον ρυθμό, κάτι που εντείνουν οι παρατονισμοί και οι εξεζητημένοι διασκελισμοί, ώσπου κάποιοι ενδεκασύλλαβοι ή σπανιότερα δεκαπεντασύλλαβοι λύνουν τη γλώσσα. Επίσης ορισμένοι συμβολισμοί βρίσκονται στον αέρα και είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς προς τα πού ή ποιον κατευθύνεται μια απόφανση ή μια ενέργεια, ή να αποδώσει στο σημαίνον ένα σημαινόμενο. Ίσως δεν έχει σημασία, όμως δυσχεραίνει την κατανόηση τη στιγμή που και η αίσθηση δεν βγαίνει αβίαστα. Ο Μήτας προσεγγίζει φορμαλιστικά το αντικείμενό του και η νοηματική πύκνωση δεν αφήνει την εικόνα να αναδυθεί. Παραμένει σκηνοθέτης. Αυτό ακριβώς εξισορροπεί κατά τα διάρκεια της ανάγνωσης η ανοίκεια για το σύνολο του βιβλίου «Καρδιά από υγραέριο του Τριστάνου Τζαρά» (μαζί με τα υπόλοιπα πεζοποιήματα). Ξαναγυρίζει σε έναν αισθητικό συμβολισμό, ελεύθερο από τις μετρικές συμβάσεις και με την απαραίτητη ένταση της σουρεαλιστικής εικονοπλασίας. Παρ’ όλα αυτά, το πώς θα καταφέρει να ελέγξει τον στίχο, να ράψει τον κορσέ ο ποιητής-Προκρούστης, είναι και ο παιδεμός που ο ίδιος ποθεί, μια πρόκληση για όσους έχουν υπομονή αρκετή στις ρίμες.

Ο Μήτας αναμετράται με την παράδοση για να την βγάλει καινούρια. Το αποτέλεσμα είναι ένα έξοχο ποιητικό δοκίμιο, από τον τίτλο μέχρι και τη βιβλιογραφία στο τέλος. Ίσως κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς το μεταμοντέρνο. Μεταχειρίζεται στοιχεία όπως η ειρωνεία, η αποδόμηση του παραδοσιακού και παγιωμένου, η αυτοαναφορικότητα και η ταυτόχρονη αναίρεσή της, η ανατροπή της καθιερωμένης αντίληψης για την παραδοσιακή ποίηση, την ιστορία και την πολιτική, τέλος η διακειμενικότητα. Προσφέρει μια ποικιλία θεματικών και μορφικών αναφορών που απαιτεί μια συνειδητά δημιουργική ανάγνωση. Από αυτή την πλευρά το βιβλίο είναι η χαρά των θεωρητικών της διακειμενικότητας και της πρόσληψης, που κι αν δεν είναι του παρόντος σίγουρα ως αναγνωστική διαδικασία είναι πεδίο μελέτης ανοιχτό. Καταφέρνει μέσα σε λίγες σελίδες να κάνει μια λογοτεχνική εφαρμογή διάφορων υφολογικών στοιχείων και να συμπυκνώσει τη νεωτερική σκέψη σε ρυθμικά σχήματα.

ii. Βλ. Τ. Αντόρνο, «Φυσική ιστορία του θεάτρου» στον τ. Η κοινωνιολογία της μουσικής, μετ. Γ. Σαγκριώτης, σ. 154, Νεφέλη, Αθήνα, 1997.


iiii. Βλ. Accornero, A., San Precario lavora per noi: Gli impieghi temporanei in Italia, Rizzoli, Milano, 2006. 

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ

  Αθόρυβα έχει μπει ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) στην βιβλιοθήκη μου, ενώ ποτέ δεν ήταν μέσα στις επιλογές μου. Κι όμως, έχω ένα ελάχιστο δ...