Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νταλούσης Θοδωρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νταλούσης Θοδωρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Για τη Λώβα του Θοδωρή Νταλούση

Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ στις 6 Μαρτίου 2020. Εδώ η ανακατεύθυνση στον ιστότοπο: https://frear.gr/?p=27230



Η Λώβα (Θράκα, 2018, σ. 119) είναι ένα μικρό βιβλίο με τρεις ιστορίες των τριάντα-σαράντα σελίδων («Το άνοιγμα», «Ρέζους αρνητικό», «Πολυέλαιος»). Οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν ξεχωριστά, ωστόσο, οι χαρακτήρες είναι πάντα οι ίδιοι με διαφορετικό βαθμό συμμετοχής σε καθεμία, π.χ. ο πρωταγωνιστής στο «Ρέζους αρνητικό» είναι δευτερεύον πρόσωπο στο «Άνοιγμα». Το τέχνασμα αυτό δημιουργεί μία χρονική και τοπογραφική συνέχεια (από το διαμέρισμα στον δρόμο και από τον δρόμο σε μια γκαρσονιέρα). Οι τρεις ιστορίες μαζί συγκροτούν μια συνθετότερη εικόνα όπου οι χαρακτήρες συνυπάρχουν από ιστορία σε ιστορία. Επομένως, δημιουργείται μια μυθιστορηματική ψευδαίσθηση. Δεν διαβάζουμε ακριβώς ένα βιβλίο με τρία διηγήματα, αλλά ένα βιβλίο που αποτελείται από τρία κεφάλαια μιας κατακερματισμένης αφήγησης, κατά την οποία παρακολουθούμε τα τυχαία στιγμιότυπα μιας κατ’ επίφαση παρέας.

Η αφήγηση είναι πάντοτε πρωτοπρόσωπη με εσωτερική εστίαση, ομό- και αυτοδιηγητικό αφηγητή. Σε κάποια σημεία πέρα από την περιγραφή υπάρχει εσωτερικός μονόλογος. Αυτή η αφηγηματική μονομέρεια αναδεικνύει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων, οι οποίες χαρακτηρίζουν το βιβλίο στο σύνολό του. Τα κίνητρα και οι επιθυμίες του εκάστοτε αφηγητή συγκρούονται με τις επιθυμίες και τις πράξεις των υπολοίπων γύρω του.

Δεν μαθαίνουμε ποτέ περισσότερα απ’ όσα χρειαζόμαστε. Υπάρχει οικονομία και εάν σε κάποια σημεία νομίζει κανείς ότι η ιστορία φτάνει σε αδιέξοδο, τότε πάνω που αρχίζει να κουράζει, συμβαίνει μια ανατροπή. Χρησιμοποιείται η τεχνική των ιστοριών τρόμου, όχι για να τρομάξει -καθόλου- αλλά για να δώσει μια δυναμική συνέχεια ή τέλος σε κάθε σκηνή ή επεισόδιο. Δεν πετυχαίνει πάντα, σε κάποια σημεία η αφήγηση κάνει “κοιλιά” ή δεν δίνεται μια ικανοποιητική λύση. Η ατμόσφαιρα είναι ρευστή γι’ αυτό και η αφήγηση πού και πού χάνει την κατεύθυνσή της.

Η αναγνωστική πρόκληση του βιβλίου βρίσκεται στο περιεχόμενο. Δεν υπάρχουν σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος. Οι πράξεις των πρωταγωνιστών είναι άσκοπες, οι ίδιοι είναι έμμονα απορροφημένοι από την επιτυχία ή την αποτυχία της στιγμής που χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Στο «Άνοιγμα» ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να ανοίξει μία τρύπα στον τοίχο χρησιμοποιώντας ακατάλληλα εργαλεία, χωρίς να γνωρίζουμε πού αποσκοπεί η ενέργειά του. Στο «Ρέζους αρνητικό» δύο φίλοι πειραματίζονται με ένα -δικής τους έμπνευσης- ναρκωτικό και τέλος, στον «Πολυέλαιο», ο αντιήρωας είναι βυθισμένος στην εσωστρέφεια και την αδράνεια, όπου όση ενέργεια διαθέτει την ξοδεύει σε λόγια μίσους στο διαδίκτυο. Ο «Πολυέλαιος» είναι ίσως το συνθετότερο αφήγημα από τα τρία και το πιο επίκαιρο, που θα δοκιμάσει τα ηθικά και πολιτικώς ορθά όρια του αναγνώστη. Αναπλάθει συζητήσεις στα κοινωνικά δίκτυα με δημόσιους τσακωμούς και ευτελισμούς γύρω από επίκαιρα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση την είδηση της ποινικοποίησης της σεξουαλικής παρενόχλησης στον δρόμο από τη γαλλική κυβέρνηση (2018). Το διήγημα είναι ρεαλιστικό στον τρόπο που προσλαμβάνει την εικόνα του αδύναμου συναισθηματικά ανθρώπου. Πώς εκτονώνεται και πώς εντέλει η αδυναμία γίνεται καταστροφική και εγκληματική δύναμη; Παρακολουθούμε την ψυχική κατάρρευση του αφηγητή και την τελική “αναγέννησή” του. Σε αυτή την πορεία μπορώ να επικαλεστώ την πρόσφατη ταινία του Τοντ Φίλιπς «Τζόκερ» (2019) για τις ομοιότητες των δύο πρωταγωνιστών ως προς την περιθωριοποίηση, το κοινωνικό μίσος, τον μηδενισμό και τέλος την απελευθέρωση του εαυτού μέσω του εγκλήματος!

Η Λώβα είναι το δεύτερο βιβλίο του Θοδωρή Νταλούση μετά τον Μασκοφόρο (Φαρφουλάς, 2014, σ. 96). Μολονότι στη Λώβα απουσιάζει το έντονο κωμικοτραγικό στοιχείο που κυριαρχεί στον Μασκοφόρο, και τα δύο βιβλία περιστρέφονται γύρω από το θέμα του ισχυρού και του ανίσχυρου. Η αφήγηση δομεί συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, σχέσεις ανισορροπίας, όπου οι ανίσχυροι αποτυγχάνουν παταγωδώς να πραγματώσουν την “επανάστασή” τους για αυτό και καταλήγουν στη φθορά ή την ατίμωση, όπως δείχνει και η ιδιωματική λέξη στον τίτλο (λώβα σημαίνει λέπρα και μεταφορικά κάτι μιασματικό, ανήθικο κτλ.). Ίσως, επειδή υπερτερεί ο ατομικισμός και απουσιάζει εντελώς η δυναμική της κοινότητας.


Η pulp λογοτεχνία και ο Μασκοφόρος του Θοδωρή Νταλούση

Εδώ ένα κριτικό σημείωμα, ειδολογικής παρατήρησης περισσότερο, για το βιβλίο του φίλου Θοδωρή Νταλούση. Δύσκολο πεδίο το χιούμορ, που το ξαναβρήκα στο τραγικωμικό και αξεπέραστο «Οδηγίες για οικειακές βοηθούς» της Λουσίας Μπερλίν.  

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Bookpress.gr στις 21 Οκτωβρίου 2014. Δεν βάζω διεύθυνση καθώς φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια. Επομένως εδώ είναι πλέον ο μόνος χώρος που μπορεί κανείς να το διαβάσει.


Το pulp ως λογοτεχνικό είδος δεν μπόρεσε να διακριθεί στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Ούτε έστω την ευημερούσα δεκαετία του 90 που και οι συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης ήταν ευνοϊκότερες. Με λίγα λόγια δεν μπόρεσε να συσπειρώσει ένα εναλλακτικό, κατά συνθήκη underground κοινό, και μόλις κάποιες μεμονωμένες μα διάσπαρτες περιπτώσεις θυμίζουν την παρουσία του. Αν προσπαθήσω να το ορίσω με παραδείγματα, το βρίσκουμε στην πεζογραφία του Λένου Χρηστίδη (κυρίως στον «Τυχερό αριθμό του δόκτορος Μπου και άλλα καλοκαιρινά παραμύθια» και στα «Χαστουκόψαρα», Καστανιώτης, 1998 και 1997 αντίστοιχα) και στο «Πες στη Μορφίνη, ακόμα την ψάχνω» (Αλεξάνδρεια, 1996) της Νικόλ Ρούσσου, τυπικά δείγματα νεανικής λογοτεχνίας. Αναφέρω τις δημοφιλέστερες περιπτώσεις (με βάση την αναγνωστική υποδοχή τους) οι οποίες μάλλον επιβεβαιώνουν την αποσπασματικότητα του φαινομένου. Άλλες περιπτώσεις βιβλίων παρέμειναν εξαιρετικά περιθωριακές, και συχνά σε βάρος της ποιότητας, ίσως το πιο τρωτό σημείο αυτής της λογοτεχνίας.
Τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα του Λένου Χρηστίδη, εκδίδονται από έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο (Καστανιώτης), χωρίς αυτός να τα εντάσσει σε κάποια θεματική σειρά, αλλά μαζί με το υπόλοιπο εκδοτικό του πρόγραμμα ως σύγχρονη ελληνική πεζογραφία(!), ενώ αντίστοιχη είναι και η κατάταξη και δεξίωση του πρώτου μυθιστορήματος της Νικόλ Ρούσσου. Τα δύο παραδείγματα είναι πιστεύω ενδεικτικά: το εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό δυσκολεύτηκε να καταρτίσει την «pulp βιβλιοθήκη» του καθώς αυτού του είδους η λογοτεχνία συμπεριλήφθηκε ως λανθασμένη εκδοτική πρακτική κάτω από την «σύγχρονη ελληνική πεζογραφία», πολλές φορές εις βάρος του συγγραφέα που δεν βρήκε το κοινό του ή, από την ανάποδη, τον βρήκε ένα κοινό που προσανατολιζόταν σε άλλου είδους διαβάσματα.
 
Ως pulp ορίζεται η λογοτεχνία που έχει στοιχεία της νεανικής κουλτούρας (όπως π.χ. η αυθάδεια, το χιούμορ και το splutter) και της γρήγορης και μαζικής κατανάλωσης, σε υπερβολικό βαθμό. Η δράση τοποθετείται στην καρδιά της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας (αστικής-επαρχιακής-εξωτικής). Οι δε ήρωες, κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης, βρίσκονται συγχυσμένοι, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσουν ή στην καλύτερη αδιαφορώντας για τα αίτια και τα αιτιατά που καθορίζουν την καθημερινότητά τους και κατ’ επέκταση την ύπαρξή τους. Είναι παιδιά της παγκοσμιοποίησης. Τους βλέπουμε να καταναλώνουν αδιάκριτα: μιντιακή τέχνη, ταξίδια, drugs. Είναι μηδενιστές, ζουν για το εφήμερο, βιώνουν στη βία. Ειδικά για το τελευταίο, ωθούν αλλά και ωθούνται σε αυτή. Αντίστοιχα και η γλώσσα είναι κοφτή με σύντομες και ουσιαστικές περιγραφές που αδιάλειπτα προωθούν τη δράση χωρίς πολλούς λυρισμούς ή και καθόλου. Είναι ωμή, αποτυπώνει την προφορική ομιλία και ενσωματώνει ιδιώματα από την αργκό ή τη γλώσσα των ΜΜΕ. Η αφήγηση είναι επεισοδιακή και πάντοτε γύρω από ακραίες καταστάσεις. Τελειώνοντας με τα θεωρητικά, το είδος προέρχεται στην καλύτερη από τον μοντερνιστή Χένρι Μίλερ, τους μπητ Κέρουακ και Μπάροουζ, και τον Μπουκόφσκι. Το pulp μπορεί να θεωρηθεί ως μία μεταμοντέρνα έκφραση του underground.
 
Στο προκείμενο τώρα, ο Μασκοφόρος του Θοδωρή Νταλούση (πρώτο του βιβλίο) είναι ακριβώς μια περίπτωση που θα εντάσσαμε στο pulp με βάση τα παραπάνω. Εξάλλου τα είδη δεν είναι καλούπια αλλά δείκτες μιας τάσης. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, δηλαδή από έναν οίκο που υποστηρίζει το underground και τη λοξή γραφή στην παλαιότερη ή και σύγχρονη λογοτεχνία (αντίστοιχη συνεπή στάση έχουν και οι εκδόσεις Απόπειρα για το θέμα που συζητάμε). Επομένως με τη μία η παραγωγή ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο. Η πρώτη προϋπόθεση βαίνει καλώς. Θεματικά τα 13 διηγήματα της συλλογής αφορούν ήρωες και ηρωίδες που βιώνουν ακραίες, περιθωριακές καταστάσεις στο σπίτι, το σχολείο, τον χώρο εργασίας κλπ. Οι διαπροσωπικές σχέσεις εξαρτώνται από ιδιοτελή κίνητρα και βασίζονται στην ανάγκη. Τα ζωώδη ένστικτα (επιβίωσης-ηδονής) είναι ο κινητήριος μοχλός κάθε ιστορίας. Το ύφος είναι σαρκαστικό, χιουμοριστικό, κριτικό. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβεβαιώνει την ειδετική του προέλευση.
 
Από την πρώτη κιόλας περίοδο κάθε ιστορίας παρακολουθούμε πώς αναπτύσσεται η γκάφα: «Μου αρέσει η Μαρία, μου αρέσει πολύ. Έχει όμορφα σκιστά μάτια και γλυκό πρόσωπο. Είναι το ομορφότερο κορίτσι του νηπιαγωγείου. Άμα μεγαλώσω θα την παντρευτώ. Θα την παντρευτώ μαζί με τη μαμά μου.» («Ο Μασκοφόρος», σ. 7) ή «Ο Τάσος συγκέντρωσε τις παραγγελίες της ημέρας. Τρία γραμμάρια πρέζα, επτά τριπάκια, μια καρτέλα lexotanil, πενήντα γραμμάρια χόρτο και οκτώ ecstasy, όλα μοιρασμένα στις τσέπες του μπουφάν.» («Το δολερό σκυλί», σ. 47). Το χιούμορ μετριάζει τον κυνισμό των ιστοριών. Αλλά κυρίως το τσαλάκωμα των ηρώων είναι αυτό που τους κάνει συμπαθείς ακόμη κι όταν κινούνται με τα πιο ευτελή και ύπουλα μέσα για να πετύχουν τον σκοπό τους, όπως π.χ. στις «Μεθυσμένες Αγγλίδες». Είναι χιούμορ καταστάσεων κι όχι γλωσσικών παραφράσεων.
 
Οι ιστορίες είναι αληθοφανείς και δοσμένες με ντοκιμαντερίστικη ευθύτητα. Περιγράφουν ανθρώπους που ζουν. Η επιμονή τους να πετύχουν και η παταγώδης αποτυχία τους είναι συγκινητική. Η αφήγηση είναι κοφτή και γρήγορη. Δεν λείπει η φλυαρία σε κάποια σημεία, που ξεπερνιέται από το μικρό μέγεθος των διηγημάτων, καθώς το απαιτεί η πλοκή για να προχωρήσει σύντομα η δράση. Πράγματι η μικρή φόρμα του διηγήματος είναι η καταλληλότερη για να ανανεώσει το εν λόγω είδος. Επιτρέπει την εστίαση σε ένα επεισόδιο τη φορά και στην ακριβόλογη παρουσίασή του μέσα από μια αλληλουχία αντιφάσεων και παραδοξοτήτων. Η δύναμη του αφηγήματος έγκειται στη γλωσσική δεξιοτεχνία και την πρωτοτυπία του θέματος. Στη δική μας περίπτωση, όσον αφορά τη γλώσσα, είναι λεπτομερειακή. Οι χαρακτήρες αναλύουν, ρητορεύουν, είναι ετοιμόλογοι ή ξαφνιάζονται μέσα από μια πολύ ζωντανή παρουσίαση κινηματογραφικού χρόνου. Σχετικά με το δεύτερο, την πρωτοτυπία, αυτή σχετίζεται με την αυθεντικότητα του βιώματος και στο κατά πόσο αληθοφανώς περνάει στο χαρτί. Οι λεπτομέρειες της εκάστοτε εμπειρίας πείθουν για την αλήθεια του επεισοδίου.
 
Κάθε ιστορία είναι διαφορετική. Γι’ αυτό, αν και ξεκινάει περισσότερο χιουμοριστικά, στην πορεία σοβαρεύει. Άλλωστε το επιβάλλουν τα θέματα. Εργασιακή επισφάλεια στον «Αστακό», καπιταλιστική οικονομική δομή στο «Σηπεδών», εξάρτηση στο «Μέχρι το εφήμερο». Η ματιά του Νταλούση είναι κυνική και ρεαλιστική, όπως στον «Ζαχίντ», όπου μέσα σε λίγες μόνο σειρές, αφηγείται την πορεία ενός μετανάστη προς την Ευρώπη. Υποδειγματικό, οικονομημένο μικρό πεζό. Όμως αυτό που διακρίνει τον Μασκοφόρο είναι η κοινοτοπία που διαρκώς υπονομεύεται. Η αυτοσυνειδησία για την ματαιότητα των πραγμάτων αποδομεί το ίδιο το σασπένς. Όπως προαναφέραμε, από την αρχή κιόλας προετοιμαζόμαστε για μια αφήγηση γκραν γκινιόλ. Δεν έχει σημασία το τι θα γίνει παρακάτω —είναι άλλωστε προδικασμένο— αλλά το πώς.

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ

  Αθόρυβα έχει μπει ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) στην βιβλιοθήκη μου, ενώ ποτέ δεν ήταν μέσα στις επιλογές μου. Κι όμως, έχω ένα ελάχιστο δ...