Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρακόπουλος Θοδωρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρακόπουλος Θοδωρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Για τη «Συνωμοσία της Πυρίτιδας» του Θοδωρή Ρακόπουλου

Δημοσιεύθηκε με τίτλο «Ποιητές-Συνωμότες» στο έντυπο περιοδικό Books' Journal, τχ 49, τον Νοέμβριο του 2014.

   

Συνωμοσιολαγνεία και παρωδία


Το παράδοξο βρήκε την καλύτερη έκφρασή του στη μορφή του πεζοποιήματος. Ίσως επειδή επιτρέπει την ανάπτυξη ενός συλλογισμού με ευλογοφανή επιχειρήματα (ό,τι είναι λογικό είναι και αληθές), σε αντίθεση με την ποίηση όπου η ελλειπτικότητα του λόγου δεν βοηθά την ανάπτυξη των ιδεών (sic). Υπενθυμίζουμε τις Ιστορίες του κ. Κόυνερ του Μπρεχτ, ή τα μικρά πεζά του Κάφκα (γιατί όχι και του Καρυωτάκη) και βεβαίως τα πεζοποιήματα του Ε. Χ. Γονατά. Περιπτώσεις διαφορετικές μεν, ενδεικτικές δε. Ο πεζός λόγος δανείζει τη ρητορική του δομή, αναλυτική και συστηματική, η δε ποίηση το συνταίριασμα των λέξεων που αλληλοτροφοδοτούν πολλαπλά νοήματα. Το ευλογοφανές παράδοξο στα πεζοποιήματα έγκειται στην κυριολεξία που διαρκώς υπονομεύει τον εαυτό της. Αυτό ακριβώς κάνει η Συνωμοσία της Πυρίτιδας (στο εξής ΣΠ), υπονομεύοντας ταυτόχρονα είδη του πεζού λόγου (π.χ. επιστολή, δοκίμιο, άρθρο), και την αντίληψη ότι αυτά μόνο μπορούν να εκφράσουν τον ορθολογισμό.

Το βιβλίο απαρτίζεται από τρεις «ακανόνιστα» τοποθετημένες ενότητες. Έχουμε καταρχάς τον λόγο («ανοίγοντας τα γράμματα του γείτονα»), τη δράση («Χιλιαστές») και τη βιογεωγραφία [«το ζωικό βασίλειο (του Ιουλίου Βερν)»]· ας μου επιτραπεί η εξεζητημένη ονοματοθεσία για την τελευταία. Ο συνωμοτικός λόγος, ως προσωπική σημείωση ή είδηση, υπόσχεται την αποκάλυψη ενός μυστικού και είναι ο μόνος που μπορεί να πει την «αλήθεια». Εδώ λειτουργεί σε συνάρτηση με τον εν δυνάμει αποδέκτη. Αποζητά τον αναγνώστη του για να του επιβάλλει το περιεχόμενό του. Σκοπός του λόγου είναι να απευθύνεται κάπου, να βγαίνει από την αυτοαναφορικότητα της γλώσσας και να γίνεται απόφανση για να αποκτήσει νόημα. Η συνωμοτική δράση, με τρόπο εξόχως ακτιβιστικό, προπαγανδίζει και αναζητά συνωμότες. Αυτή η ενότητα των «Χιλιαστών» θυμίζει κινηματογραφικά καρέ όπου ανάμεσα στις σκηνές παρεμβάλλεται ένα γράμμα («ανοίγοντας τα γράμματα του γείτονα») ή μια περίεργη αλλά, αλίμονο, επιστημονική πληροφορία ή είδηση [«το ζωικό βασίλειο (του Ιουλίου Βερν)»]. Τέλος με τη βιογεωγραφία, έχουμε μια εγκυκλοπαιδικού τύπου πληροφόρηση για διάφορα παράξενα ή σπάνια πλάσματα που κι αν δεν είναι ή δεν υπήρξαν απαραίτητα εχθρικά προς τον άνθρωπο, τουλάχιστον σαλεύουν την οργανωμένη ρουτίνα του. Συναντώνται στα πιο οικεία αλλά και τα πιο απίθανα μέρη της γης. Η τοπογραφία και η ποικιλία της πανίδας που παρουσιάζονται σε αυτή την ενότητα, ως ασυνήθιστη πληροφορία, επιστημονικά τεκμηριωμένη, απλώνει το παράδοξο και σε άλλες περιοχές καταργώντας γεωγραφικά και χρονολογικά όρια. Όσοι μιλούν και όσοι δρουν συνωμοτικά διαμορφώνουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, ένα εσχατολογικό σκηνικό, μόνο που το μέλλον έχει γίνει παρόν και το εδώ έχει γίνει οπουδήποτε.

    Πρόκειται για μια φάρσα. Ωστόσο, αυτά τα εικοσιπέντε υβριδικά κείμενα δίνουν μια καλή αφορμή για να κάνουμε μια παρέκβαση, να μιλήσουμε για τη φύση του λόγου, διότι έμμεσα ενσωματώνουν ένα άλλο γλωσσικό ιδίωμα μέσα σ’ ένα λογοτεχνικό σχήμα. Εννοώ έναν εν δυνάμει πληροφοριακό λόγο (εδώ ο λόγος ως γνώση), που εγκαθιδρύει μια σχέση εξουσίας κατά το πρότυπο του Φουκό.* Βέβαια καταχρώμαι τον Φουκό, καθώς δεν μιλάμε για λόγο θεσμικό. Όμως ο χαρακτήρας του είναι πληροφοριακός κι απώτερος στόχος δεν είναι απλώς να μεταδώσει κάποιο μήνυμα αλήθειας αλλά να παγιώσει μιαν αλήθεια, τη δική του. Πάνω στη αποκάλυψή της, χτίζεται το σαθρό οικοδόμημα μιας συνωμοσίας. Η συνωμοσία έχει την εξής αντίφαση: εν κρυπτώ η ίδια, θέλει να φανερώσει κάτι που συνήθως συγκαλύπτεται. Η αλήθεια βασίζεται πάντα σε μια ερμηνεία. Το πρόβλημα της ερμηνείας έγκειται στην υποτιθέμενη «ιδέα» που κρύβεται πίσω από κάθε εκφορά λόγου, κι επειδή η λογική δεν μπορεί να την αποτυπώσει στην καθαρότητα της, με τα ρητορικά της τεχνάσματα προσπαθεί απλώς να την περιγράψει. Στην υποτιθέμενη αδυναμία της λογικής, η συνωμοσία βρίσκει έδαφος να αρθρώσει έναν αληθοφανή και πειστικό λόγο που καταντά εξουσιαστικός διότι πρώτον προπαγανδίζει μία και μόνη θεολογικής έμπνευσης «αλήθεια» απορρίπτοντας εκ των προτέρων και εκμηδενίζοντας οποιονδήποτε αντίλογο, δεύτερον προσηλυτίζει και χειραγωγεί όσους αδυνατούν να σταθούν κριτικά απέναντί του και τρίτον εξωθεί στον ακτιβισμό και την άμεση δράση (με κάθε προσωπικό και κοινωνικό κόστος).

Οι συσχετισμοί με την ελληνική πραγματικότητα είναι εύλογοι αν και όχι αναγκαστικοί. Η συνωμοσιολαγνεία διοχετεύεται από τα ΜΜΕ χωρίς κανένα κριτικό φιλτράρισμα. Ζούμε σε μια κατάσταση όπου κάθε απίθανο σενάριο φαίνεται πιθανό, και που αυτή έχει βγάλει στον αφρό του δημόσιου λόγου την αμορφωσιά (ή την επίπλαστη «μόρφωση»), κι ανθρώπους οι οποίοι συστηματικά παραπληροφορούν ή ακόμη αδημονούν σχεδόν μεταφυσικά για κάποια έσχατη λύση. Όταν κάποιος αδημονεί για το μέλλον εργάζεται με κάθε τρόπο για να το φέρει μια ώρα αρχύτερα και όπως όπως. Ο λόγος έγινε συνωμοτικός και κενός νοήματος αλλά πρωτίστως, από τα ΜΜΕ, επικίνδυνα δραστικός. Μοιάζει να μην υπάρχει από πουθενά ανακούφιση για όσους έρχονται κάθε μέρα αντιμέτωποι με το παράλογο στο διαδίκτυο, στα εξώφυλλα των εφημερίδων που κρέμονται στα περίπτερα, στις κουβέντες που ξώφαλτσα ακούμε στα καφενεία, τα ραδιόφωνα και τις τηλεοπτικές εκπομπές.

Ξαναρχόμαστε στον Ρακόπουλο για να κλείσουμε αυτή την, ομολογουμένως, θολή ακτινογραφία για τη φύση του συνωμοτικού λόγου. Εντέλει η ΣΠ δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα γλωσσικό παιχνίδι που δεν έχει κανένα σκοπό ούτε να αποκρύψει ούτε να αποκαλύψει κάτι. Ο ποιητικός λόγος κλείνει το μάτι στον συνωμοτικό. Παρωδεί την εγκυρότητα των κειμένων εκείνων που με σοβαροφάνεια αναζητούν δημόσιο βήμα, υιοθετώντας το γλωσσικό τους ιδίωμα. Σαμποτάρει τη δήθεν επαναστατικότητα πράξεων που μόνο τρέφουν τον πανικό με έναν σχεδόν γλυκό επαναστατικό ρομαντισμό, τον ίδιο ακριβώς που μετέρχονται και οι συνωμότες όπως π.χ. στους «Χιλιαστές», αλλά και μια ουδετερότητα που θυμίζει την αναιμική γλώσσα του επιστημονισμού. Ο συνωμοτικός λόγος έχει ένα σκοπό που βρίσκεται έξω από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Γι’ αυτόν η γλώσσα είναι το μέσο. Αντίθετα ο ποιητικός λόγος έχει μοναδικό σκοπό να διερευνήσει τα όρια της γλώσσας του αλλά και να εντάξει σε αυτήν άλλες γλώσσες. Η λογοτεχνία εγκολπώνεται τη συνωμοσία. Έτσι με περιγραφικό ύφος προφυλάσσει διακριτικά το θέμα της, τη συνωμοσία, και κρατά ως πειραματισμό ή σχεδίασμα ό,τι είναι χρήσιμο για τη δική της τέχνη του ποιείν.



* Βλ. κυρίως ως προς τη μεθοδολογία του για τη σχέση λόγου-γνώσης και τις «αποφάνσεις» την Αρχαιολογία της γνώσης και το Οι λέξεις και τα πράγματα.



ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ

  Αθόρυβα έχει μπει ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) στην βιβλιοθήκη μου, ενώ ποτέ δεν ήταν μέσα στις επιλογές μου. Κι όμως, έχω ένα ελάχιστο δ...