Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στίγκας Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στίγκας Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το ισόπαλο τραύμα του Γιάννη Στίγκα

Το σύντομο αυτό σημείωμα για το Ισόπαλο τραύμα του Γιάννη Στίγκα δημοσιεύθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2016 στην ηλεκτρονική Θράκα: https://thraca.gr/2016/02/34.html  
Στην πραγματικότητα αποτελούσε ένα μέρος μιας μεγαλύτερης σύνθεσης η οποία αφορούσε τα τέσσερα πρώτα βιβλία του Στίγκα, τα οποία και θεωρώ τετραλογία ή τουλάχιστον ότι κλείνουν ένα δημιουργικό κύκλο. Το σαφώς μεγαλύτερης έκτασης κείμενο δυστυχώς ατύχησε, διότι αρχικά το είχα στείλει στο έντυπο περ. Κουκούτσι το οποίο όμως, και μετά από πολλούς μήνες σε αναμονή για μιαν οριστική απάντηση, ανέστειλε τη λειτουργία του.
 
Για παράλληλη ανάγνωση μπορεί κανείς να ανακατευθυνθεί στο επίσης αφιερωματικό βιβλίο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου Στο σπίτι του κρεμασμένου  (http://www.oanagnostis.gr/oli-sinomiloun-ki-emis-diavazoume/)  




Το Ισόπαλο τραύμα του Γιάννη Στίγκα, που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Κέδρος και μόλις επανατυπώθηκε σε δεύτερη έκδοση, είναι ένα ποιητικό βιβλίο-σπονδή στη λογοτεχνία. Παρελαύνουν ονόματα συγγραφέων, με τους οποίους ανοίγεται μια δημιουργική συνομιλία. Τα ποιήματα δεν είναι γραμμένα με τη μέθοδο pastiche, όμως ακολουθούν το πνεύμα αυτών που κάθε φορά μνημονεύονται. Είναι ένας φόρος τιμής στους ομότεχνους, εντιμότατους φίλους θα λέγαμε, με τους οποίους μοιράζεται το θαύμα-τραύμα (από εκεί και το ισόπαλο). Ο ποιητής υφαίνει ένα γκροτέσκο παιχνίδι κωμικών και τραγικών καταστάσεων ανανεώνοντας το ενδιαφέρον για το συμβάν κάθε ποιήματος και κορυφώνοντας από ποίημα σε ποίημα την έκπληξη. Το Ισόπαλο τραύμα είναι ένας φόρος τιμής στους «παλιούς» (π.χ. στον Σαχτούρη και στον Λοτρεαμόν). Κάθε ποίημα επιτρέπει μιαν ορισμένη σκηνοθεσία, αναβιώνοντας μια ποιητική, άλλοτε του Μπόρχες, άλλοτε της Μαστοράκη, άλλοτε του Τσέλαν και πάει λέγοντας. 

Όμως, εξόν από αγαπημένα διαβάσματα που του έχουν ασκήσει επιρροή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αυτό που μας προσφέρει ο Στίγκας είναι τη ματιά του ως αναγνώστη, επομένως κάθε ποίημα είναι αποτέλεσμα της δικής του πρόσληψης και ερμηνείας. Η δε επιλογή του διακείμενου, πέρα από την επίδραση στον δικό του ποιητικό λόγο, νομίζω ότι επικαιροποιεί τη (μπρεχτική) στάση του καλλιτέχνη απέναντι στη ζωή και την τέχνη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μοναδικός μη ποιητής που μνημονεύεται είναι ο Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Ο κύβος, ο μύθος και η στιγμή της ενηλικίωσης - Για το 5ο ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Στίγκα

Αναρτημένο στον ιστότοπο Bookpress.gr στις 7 Αυγούστου 2014.

λινκ εδώ:  https://bookpress.gr/kritikes/poiisi/4271-stigkas-giannis-mikri-arktos-blepo-ton-kubo-roumpik-fagomeno

                                     

 

                   

Γιάννης Στίγκας, Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο, Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2014



Ακολουθούσα τα καμένα σπίρτα.

Έχω τροχίσει από τα πριν.

Έχω απαυτώσει εννιά καημούς.

Έχω πολύ πυκνά μαλλιά.


Και τέλεια μνήμη.


(σ. 39, «Τι διάολο είναι τούτο»)



Η μνήμη του ποιητή γυρίζει στις μυθολογίες, κι ως ενήλικας έρχεται να αφηγηθεί το πραγματικό παραμύθι. Καταρχάς, όσον αφορά τον μύθο: η λειτουργική δομή του με τα υπερβατικά και περιπετειώδη στοιχεία, και η δυαδική του φύση (καλό-κακό, ζωή-θάνατος, άνδρας-γυναίκα, άνθρωπος-τέρας κτλ.) άνοιξαν τις πόρτες του νου στην υπερβολή της φαντασίας και τη σκοτεινή πλευρά της συνείδησης, εκεί που στο τέλος η νόηση πάντα θριαμβεύει: ο Οιδίποδας λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας. Οι ρομαντικοί όχι μόνο αξιοποιούν παλαιότερους μύθους μα επινοούν καινούριους, π.χ. τον Φρανκενστάιν, τους οποίους ρίχνουν στο ανυποψίαστο πλήθος –το κακό δεν κάνει διακρίσεις– αλλά κυρίως για να ταρακουνήσουν την αστική και πρωτοβιομηχανική καθεστηκυία τάξη: το γοτθικό μυθιστόρημα γεννιέται (και τη συναρπάζει). Η αφηγηματική ισορροπία των μύθων επιτυγχάνεται με μια σειρά προκαθορισμένων συμβάντων στην πλοκή.1 Αυτό που εκπλήσσει δεν είναι επομένως οι μεγάλες ανατροπές αλλά η μορφή του Κακού και το πως θα κατατροπωθεί. Τερατόμορφα πλάσματα με ασυνήθιστες, υπερανθρώπινες δυνάμεις σκορπούν τον τρόμο. Η από γεννησιμιού παραμορφωμένη εικόνα τους τα κάνει εξορισμού μοχθηρά. Είναι καταδικασμένα να ζουν στο περιθώριο, αποδέχονται και υπηρετούν με ζήλο τη διαφορετικότητα τους. Διάφορες μεταγενέστερες εκδοχές των μύθων εκμεταλλεύτηκαν την υπερβολή στην όψη και τις μαγικές ιδιότητές τους αναδεικνύοντας την γκροτέσκα πλευρά τους. Το δυνατό σημείο γίνεται αδύναμο και η τρομαχτική όψη γελοία.

Ο Γιάννης Στίγκας στο ποιητικό βιβλίο Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014) χρησιμοποιεί τον μύθο και συγκεκριμένα γνωστά μυθικά πλάσματα για να φτάσει μέσω της άρνησής των σε μια δική του προσωπική κατάφαση. Το βιβλίο είναι μια πινακοθήκη αλλόκοτων πλασμάτων, μα καθόλου αλλόκοσμων (στο φόντο βρίσκεται πάντα η Αθήνα), τα οποία απομυθοποιεί λίγο λίγο. Υποτιμά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, αυτά που κατά τ’ άλλα τονίζουν την ετερότητά τους. Απορρίπτει τη φριχτή τους φύση και τα μετατρέπει σε καρικατούρες. Η απιστία του υποβαθμίζει την ύπαρξη τους που ξεπέφτει σε μία πολύ –πάρα πολύ– ανθρώπινη κατάσταση και κάνει το καθένα ευάλωτο και τρωτό, σαν άνθρωπο με πάθη και δίχως αρετές. Η Σειρήνα γίνεται αντικείμενο του πόθου και η Γοργόνα είναι τυχερή που το ψαρίσιο της μισό την προφυλάσσει από την αναπόφευκτη γυναικεία φθορά:


Ποιος ναυτικός θα σ’ ήθελε μωρή;

θα νοσταλγούσες τρομερά τη θάλασσα

κι η νοσταλγία

είναι πολύ πριόνι

μάτια μου


(σ. 23, «Γοργόνα ή ο Γεράσιμος»)



Ο Στίγκας δεν ξεφεύγει από τη μέχρι τώρα γνώριμη ποιητική του γραφή. Επιμένει σε μία προσωπική ποίηση όπου το ποιητικό Εγώ βρίσκεται ενώπιον με τις εμμονές του, είτε αυτές προέρχονται από τον έξω-εμπειρικό κόσμο, είτε από τον μέσα κόσμο της συνείδησης. Τώρα το ξήλωμα του μύθου είναι μια άλλη πορεία ενηλικίωσης. Οι περισσότεροι είμαστε εξοικειωμένοι με τα μυθικά τέρατα από την παιδική ηλικία. Αν τότε ο μύθος προκαλούσε θαυμασμό, ο ποιητής με την ενήλικη και εμπειρική λογική φέρνει τη ρήξη. Θέλει να ξύσει τα φαινόμενα και να φτάσει στο είναι. Ο μύθος συντηρεί ένα ψέμα, κρύβει την αληθινή φύση των πραγμάτων:

Άκου τι θέλω τώρα

ν’ αφήσεις, φυσικά, τις κλάψες

και να μας πεις για τ’ άλλο μάτι σου

το μάτι που φυτρώνει μες στη συμφορά


(σ. 9, «Κύκλωπας»)


Η δύναμη των τεράτων είναι ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη αδυναμία τους. Μέσα σε αυτήν την αντίφαση υπάρχει και το αίνιγμα-άνοιγμα, δηλαδή το κατά πόσο ο ποιητής καταφέρνει να ξορκίσει τις ανήλικες φοβίες του. Άλλωστε στη προμετωπίδα του ομολογεί: «Εμπιστεύομαι/πάρα πολύ/τους παιδικούς μου έρωτες». Στο τελευταίο ποίημα, ως άλλος δόκτωρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ μας δείχνει τα δυο του πρόσωπα τη στιγμή της εμμονής, τις αμφίρροπες δυνάμεις που βίαια συνυπάρχουν σ’ ένα σώμα. Όπως και τα παράξενα πλάσματα με τις ανθρώπινες αδυναμίες τους, έτσι κι ο ίδιος αποκαλύπτει τη στιγμιαία τερατώδη φύση του.

Ο ποιητής έχει δείξει από τα προηγούμενα βιβλία του ότι δεν εξαντλεί γρήγορα το θέμα του. Γι’ αυτό άλλωστε επιμένει στο σκάψιμο του εαυτού, στη διερεύνηση του εσωτερικού τοπίου, ανεξάρτητα από τα εκάστοτε δομικά ευρήματα που χρησιμοποιεί, όπως εδώ η ιδιότυπη πινακοθήκη των τεράτων. Ωστόσο αν και το βιβλίο έχει μια συνοχή εξαιτίας αυτού του στοιχείου, εσωτερικά το κάθε ποίημα συχνά χάνει τη συνεκτικότητά του και ο ρυθμός κομπιάζει. Κάποιοι συνδετικοί σύνδεσμοι (π.χ. όπου, που, ότι) δημιουργούν σύγχυση μεταξύ στίχων και η εικόνα δεν ξεδιπλώνεται στρωτά. Κι είναι αλήθεια ότι ο Στίγκας μας έχει συνηθίσει σε έναν κελαρυστό ελεύθερο στίχο που αναπτύσσεται λιτά και εναλλάσσει ομοιόμορφα τις εικόνες του. Και σε αυτό το βιβλίο βλέπουμε πώς χτίζει κάθε στίχο και πώς η σελίδα γίνεται τυπογραφικός εικονιστικός καμβάς που δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ ποιήματος και αφιέρωσης ή μότο. Όλα συμβάλλουν στο ποιητικό γίγνεσθαι: όπου υπάρχει γραφή υπάρχει απεικόνιση και νοηματικός πυρήνας.

Κύβος λοιπόν, όπως λέμε μύθος, δηλαδή ένα σταθερό σχήμα, αλλά και κύβος του Ρούμπικ, δηλαδή παιχνίδι που διαρκώς το φέρνουμε στροφές χωρίς να αλλάζει ποτέ η υπόστασή του. Ωστόσο ο ποιητής τον βλέπει φαγωμένο, έχει αποκοπεί βίαια κάτι από την ολότητά του. Ούτε αποδομεί τον μύθο ως αφηγηματική μορφή (δεν ενδιαφέρεται για μια μεταμοντέρνα ανάγνωση), κι ούτε κατασκευάζει μία νεωτερική μυθολογία (δεν συνομιλεί με τη μυθική μέθοδο του μοντερνισμού). Ο μύθος παραμένει σε μια προσωπική σφαίρα, ως μια συνομιλία μεταξύ του ενήλικου πια ποιητή και του εκάστοτε μυθικού πλάσματος, προσπαθώντας να αναδομήσει το κομμάτι που λείπει από τον κύβο, να υποβαθμίσει τον ανήλικο φόβο που προσωποποιείται στις διάφορες γνώριμες μαγικές μορφές.


11. Στη Μορφολογία του παραμυθιού (1928) ο Vladimir Propp υπολόγισε τις ίδιες 31 λειτουργίες που περιγράφουν την αφηγηματική δομή κάθε μαγικού παραμυθιού. Βλ. R. Selden, Από τον φορμαλισμό στον μεταδομισμό, σ. 165, ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2005.

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ

  Αθόρυβα έχει μπει ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) στην βιβλιοθήκη μου, ενώ ποτέ δεν ήταν μέσα στις επιλογές μου. Κι όμως, έχω ένα ελάχιστο δ...