Αθόρυβα έχει μπει ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) στην βιβλιοθήκη μου, ενώ ποτέ δεν ήταν μέσα στις επιλογές μου. Κι όμως, έχω ένα ελάχιστο δείγμα από διηγήματα, δοκίμια και το «Κουτσό» (Opera, 2018, μετ. Αχ. Κυριακίδης). Νομίζω ότι σε οποιοδήποτε είδος ή φόρμα γράφει, έχει κάτι να πει που αργά ή γρήγορα θα σε βρει, είτε καινούριο στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου είτε από δεύτερο χέρι, και θα το πάρεις χωρίς δισταγμό.
Κορτάσαρ, λοιπόν. Φαντάζομαι ένα σαλονάκι σε ισόγειο. Απ’ το παράθυρο να μπαίνει ήλιος, μια αναπαυτική καρέκλα με μπράτσα. Ήσυχο, παρότι παίζει χαμηλόφωνα ένας δίσκος bebop. Παντού καπνός και ένα τασάκι να φέρνει γύρω. Πρέπει να ήταν κοσμογονικό το Παρίσι της δεκαετίας του ‘50, κι ας σκεφτεί κανείς μόνο τους τζαζίστες που έρχονταν από την Αμερική για να παίξουν στα ευρωπαϊκά κλαμπ. Tο «Κουτσό» κυκλοφόρησε το 1963. Το βιβλίο είναι μία καταστασιακή περιπλάνηση στο Παρίσι της εποχής, αλλά και μία πνευματική περιπλάνηση στην παγκόσμια κουλτούρα (μουσική-ζωγραφική-φιλοσοφία-λογοτεχνία). Το δεύτερο μπορεί να ενοχλήσει ακόμη και έναν καλά διαβασμένο αναγνώστη, καθότι οι διακαλλιτεχνικές αναφορές είναι πολλές.
Ο συγγραφέας υποδεικνύει στο τέλος κάθε κεφαλαίου την σειρά με την οποία προτείνει να διαβαστούν τα κεφάλαια, όχι γραμμικά αλλά πηδώντας μπρος πίσω, δημιουργώντας στην πραγματικότητα δύο διαφορετικά βιβλία. Εδώ, υπάρχει μία φαινομενική αντίφαση. Δηλαδή, ο συγγραφέας αποκαλύπτεται, μας καθοδηγεί, έχει άποψη για το πώς θα διαβάσουμε το έργο του. Κι όμως, στην πραγματικότητα, μας δείχνει ότι το κείμενο και οι εν δυνάμει αναγνώσεις του, υπερβαίνουν την οποιαδήποτε συγγραφική πρόθεση. Αυτή είναι μία μεταμοντέρνα συνθήκη.
Το 1967 ο Ρολάντ Μπαρτ δημοσιεύει το δοκίμιο «Ο θάνατος του συγγραφέα». Η πραγματική πρωτοπορία κατά τον Μπαρτ είναι ότι το νόημα παράγεται από τη σχέση κειμένου-αναγνώστη και όχι από τις προθέσεις του συγγραφέα, ο οποίος λειτουργεί διαμεσολαβητικά, απλά ως γραφέας. Αυτή η θέση έχει συζητηθεί πολύ και εν μέρει ανατραπεί από την κριτική. Θα συμφωνούσα όμως, και θα πρόσθετα ότι ακόμη και σήμερα, αν θέλουμε η λογοτεχνία να είναι πρωτοποριακή, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να εξαφανιστεί η ατομικότητα του συγγραφέα. “Ντύνουμε” το έργο με την πολιτική του ατομικότητα και τις προθέσεις του, αλλά μόνο όταν αποσυρθεί ο συγγραφέας θα φανεί τι πραγματικά καθιστά το έργο πολιτικό. Μόνο όταν εντοπίσουμε στο κείμενο την πρωτοπορία του, δηλαδή την μικρή ή μεγάλη ρωγμή στην παραδεδομένη αντίληψη των πραγμάτων.
Όσον αφορά στο «Κουτσό», είναι κραυγαλέα η χειραγώγηση της ανάγνωσης από τον συγγραφέα, αλλά πώς αλλιώς θα δείξει ότι το κείμενο έχει πολλές ερμηνείες, τόσες όσες και οι αναγνώσεις του; Ακούγεται σαν μια ηρακλείτεια τοποθέτηση. Και πράγματι, ο Κορτάσαρ εδώ είναι ο γραφέας που συρράπτει επεισόδια μαζί, σαν ένα κολάζ που όπως και να το αναδιατάξεις, πάντα θα βγάζει κάποιο νόημα, κάθε φορά διαφορετικό. Είναι αλήθεια, ότι μία-δύο φορές όντως ανέτρεξα στο κεφάλαιο που προτείνει, συνήθως πίσω για να θυμηθώ.
Το «Κουτσό» είναι μία συρραφή συμβάντων. Αυτή η συρραφή συγκροτεί μια υποτυπώδη, αποσπασματική και υποκειμενική ιστορία/πλοκή γύρω από τον χαρακτήρα του Οράσιο. Ο Οράσιο είναι αντιήρωας και δεν είναι φτιαγμένος για να τον συμπαθήσουμε. Αδυνατεί να συνδεθεί συναισθηματικά με τους ανθρώπους γύρω του, αν και ο ίδιος φαίνεται ότι τραβά το ενδιαφέρον τους ή την αγάπη τους. Δημιουργεί σχέσεις στις οποίες δυσκολεύεται να αφοσιωθεί. Διαρκώς αποτραβιέται σε μια υπαρξιακή εσωστρέφεια. Το γούστο και η πολυμάθειά του, τον κρατούν σε απόσταση από την πραγματικότητα, αποσυνδεδεμένο από αυτή όσο κι αν ο ίδιος προκαλεί μια σειρά τραγελαφικών ή ακόμη και επικίνδυνων καταστάσεων. Η διάνοιά του και τα συναισθήματά του βρίσκονται σε μια σχέση αντίθεσης. Η διάνοια διαρκώς υποτιμά την εγγύτητα και την τρυφερότητα, που κατά βάθος αναζητά.
Η παραπάνω περιγραφή που έδωσα για τον Οράσιο, νομίζω ότι μοιάζει πολύ στην τωρινή, ανθρώπινη κατάσταση, του 21ου αιώνα. Μόνο που σήμερα ο άνθρωπος αποτραβιέται από την πραγματικότητα όχι εξαιτίας της υπαρξιακής του αυτεπίγνωσης, αλλά επειδή αντικρίζει τον εαυτό του ως εικόνα. Η εικόνα μας ως είδωλο, είναι αυτό που καταλαμβάνει τον κόσμο ενόσω εμείς αποτραβιόμαστε από αυτόν.
https://www.youtube.com/watch?v=3bB9K4av4_Y&list=RDEMZiWUdfShQer1Cv7qE2apWw&index=8
Ο διανοουμενισμός, ο σαρκασμός, η ειρωνική ελαφρότητα απέναντι σε τραγικά πρόσωπα και καταστάσεις, κάνει τους χαρακτήρες απωθητικούς. Αλλά και αυτό είναι ένα τέχνασμα, ο τραμπαλισμός ανάμεσα στο τραγικό και το ελαφρύ. Ένα διαρκές ανάμεσα. Υπάρχει και αντίστοιχη σκηνή που περιγράφει αυτή την μετέωρη κατάσταση μεταξύ τραγικού και γελοίου. Είναι η σκηνή με την σανίδα ανάμεσα στα δύο παράθυρα, κατ΄εμέ η πιο μεταμοντέρνα έκφραση σε όλο το μυθιστόρημα, καθότι δεν φτάνει ποτέ στην κορύφωση και η σκηνή διαλύεται χωρίς κρότο, ανατρέποντας τις προσδοκίες του αναγνώστη, που μεθοδικά τροφοδοτούσε φράση με φράση ο συγγραφέας. Τουλάχιστον, τις δικές μου προσδοκίες, που διαψεύστηκαν πανηγυρικά, καθότι πίστεψα ότι η σκηνή αυτή είναι ο κεντρικός πυρήνας του βιβλίου που με κάποιο τρόπο θα δώσει μία ώθηση και θα ενώσει όλα τα υπόλοιπα διάσπαρτα κομμάτια.
Οι χαρακτήρες εμφανίζονται και εξαφανίζονται ξαφνικά, όμως αισθανόμαστε ότι εάν τους ξαναβρούμε είτε στο ίδιο βιβλίο είτε κάπου -οπουδήποτε αλλού- θα είναι σαν να μην έχει περάσει μια ώρα από την τελευταία παρουσία τους. Και κάπως έτσι συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.
Στις σημειώσεις του μεταφραστή για το βιβλίο, κάπου αναφέρεται το όνομα του δημοσιογράφου-συγγραφέα Αλέξανδρου Σχινά (1924-2012). Ανέτρεξα στο σχετικό αφιέρωμα του περ. Χάρτης, (αρ. 69, Σεπτέμβριος 2024). Εκεί, λοιπόν, υπάρχει μία ενδιαφέρουσα ανάμνηση του Ταχτσή (πρωτοδημοσιευμένη στο περιοδικό Πάλι, νο. 5, 1964) για διάφορες συγκεντρώσεις που γίνονταν στο σπίτι του Σχινά, οι οποίες ως ατμόσφαιρα, ακόμη και ως λεκτική περιγραφή θυμίζουν πολύ ορισμένα κεφάλαια από το «Κουτσό», ιδίως στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για τα κεφάλαια όπου συναντιέται η λέσχη (ο Οράσιο, ο Ετιέν, η Μπαμπς, ο Όσιπ, ο Ρόναλντ, η Μάγα, κ.ά.) για να συζητήσουν ή να ακούσουν δίσκους της τζαζ. Οι συναντήσεις της λέσχης είναι ενίοτε αφόρητες. Ένα διανοουμενιστικό bras de fer, όπου ο ένας προσπαθεί να υπερβεί τον άλλο στις σοφιστείες, τη ρητορική, την πολυμάθεια ακόμη και την χοντροκοπιά που πηγάζει από υπεροψία και ελιτισμό (συνήθως όσων γνωρίζουν πολλά και χειρίζονται επιδέξια την γλώσσα). Μια παρόμοια ανάμνηση αφηγείται και ο Ταχτσής για χοντροκομμένα γλωσσικά και ρητορικά παιχνίδια στο σπίτι του Σχινά. Και αυτά πρέπει να συνέβαιναν παράλληλα κάπου στη δεκαετία του '50.
Η παραπάνω υποσημείωση που μας δίνει ο μεταφραστής, ενισχύει την εντύπωση που είχα σχεδόν από την αρχή, ότι το «Κουτσό» του Κορτάσαρ περιγράφει την ατμόσφαιρα μιας εποχής. Πρόκειται για την γενιά του μυθιστορηματικού Οράσιο: πολιτική μετανάστευση, σπουδές στο εξωτερικό, νεότητα, μποεμία, πενία, αλλά ταυτόχρονα, πλούτος εμπειριών και γνώσεων σε μία περίοδο κοινωνικού αναβρασμού, πολλαπλών ταυτοτήτων και πολιτικών κινημάτων, αλλά και ακμής της Ακαδημίας στις επιστήμες την κοινωνιολογίας, της γλωσσολογίας, της φιλολογίας και γενικότερα του διεπιστημονισμού. Για τους Έλληνες μεταπολεμικά ήταν το Παρίσι, η δυτική Γερμανία, το Λονδίνο. Γενιές που δεν είναι ελάσσονες, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς θα τις λέγαμε. Μαντώ Αραβαντινού, Γιώργος Χειμωνάς, Αλέξανδρος Σχινάς κ.ά. πολλοί. Αλλά τώρα έχω κάνει ένα αυθαίρετο και συνειρμικό άλμα.
Με μία πολύ πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο βλέπω ότι έχουν γραφτεί πολλά για το «Κουτσό», όμως δεν βρίσκω τίποτα για αυτή του την επίδραση στις μεταπολεμικές γενιές μυθιστοριογράφων. Η πρώτη του μετάφραση πρέπει να ήταν στις εκδόσεις Εξάντας το 1988. Όμως όσοι έζησαν έξω, ίσως ήρθαν άμεσα σε επαφή με το βιβλίο πριν την ελληνική μετάφραση. Νομίζω ότι ειδικά για τη γενιά της μεταπολίτευσης (γύρω στο '70-'80) πρέπει να έχει εισχωρήσει στα γραπτά τους έστω και υπόρρητα.
Σε ένα παράλληλο σύμπαν, πολύ θα ήθελα, αν είχα την δυνατότητα, να ρωτήσω π.χ. την Μαρία Μήτσορα, εάν το είχε διαβάσει ποτέ όσο σπούδαζε στο Παρίσι. Διότι όλα δένουν με κάποιον τρόπο, ακόμη και εάν είναι απλά ένα ευσεβής πόθος ή άλλη μία ερμηνεία ενός τυχαίου αναγνώστη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου