Δημοσιεύθηκε στην έντυπη Θράκα, στο τχ. 7, Φθινόπωρο 2016. Ένα εξαιρετικό βιβλίο που την επόμενη χρονιά, το 2017, είχε επιλεγεί στην βραχεία λίστα των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας (οι επιλογές εκείνης της χρονιάς ήταν από τις καλύτερες που έχουν κάνει οι κρατικές επιτροπές).
Επομένως εδώ είναι πλέον προσβάσιμο και ψηφιακά.
Τον Ιανουάριο του 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο ποιητικό βιβλίο της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου, Μοναχοπαίδι (εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2016, σ. 32). Σε αυτό βρίσκουμε μια ιστορία ενηλικίωσης η οποία συγκροτείται μέσα από την αναγνώριση και τη συνειδητοποίηση του φύλου. Τα αντιθετικά χαρακτηριστικά των δύο φύλων συγκρούονται και το κοινωνικό τους status quo αμφισβητείται. Η εμπειρία του φύλου δεν είναι δεδομένη, και για την ποιητική φωνή που αφηγείται, δεν είναι αποδεκτή, έτσι όπως θεμελιώνεται από τα στερεότυπα.
Τα ποιήματα απευθύνονται σε έναν αδελφό, η φωνή εξομολογείται:
Αδελφέ μου,
Σε σκέφτομαι -
Πιο πολύ σε σκέφτομαι τα βράδια.
Το ότι δε γεννήθηκες, υπήρξε η εγωιστική σου
(η μία κι εγωιστική σου) πράξη.
Κάθομαι και κοιτώ τους τοίχους του σπιτιού μας.
Στην αρχή τους μισείς,
έπειτα τους συνηθίζεις,
τέλος˙ τους έχεις ανάγκη.
Βιώνω μιαν απίστευτη ένταση
- παρά τον υποτονικό τρόπο ζωής μου -
κοχλάζει η μανία να καταστρέφω παρά τη φύση μου.
Βαδίζω στο δρόμο που χαράχτηκε για σένα.
Αν αυτή η ανάγκη δεν είναι χαρακτηριστικό του φύλου μου
αλλά η δική σου ενσαρκωμένη επικυριαρχία,
οι γονείς μας γελάστηκαν!
Μα μη μ’ αφήσεις˙
όπως και να ʼχει μη μ’ αφήσεις.
Σε φιλώ,
η αδερφή σου.
(σ. 9)
Αν και απών ο αδελφός συντροφεύει την αδελφή-αφηγήτρια, η οποία ετεροκαθορίζεται από το δικό του αρσενικό φύλο. Η αδελφή προσπαθεί να μπει μέσα στο φύλο του αδελφού και να πάρει τη θέση του. Θέλει να τον αναπληρώσει στην οικογένεια, εφόσον η απουσία του αγέννητου αρσενικού διαταράσσει το κανονιστικό πρότυπο με το οποίο αυτή δομείται. Ταυτόχρονα, στο μη υπαρκτό πρόσωπό του αναζητά τη συντροφικότητα. Το μοναχοπαίδι δημιουργεί ένα alter ego για να συνομιλήσει και να αναπτύξει την προσωπικότητά του (ο ετεροκαθορισμός που αναφέραμε παραπάνω). Το ποίημα είναι καταστατικό, θέτει το πρόβλημα και τον άξονα γύρω από τον οποίο θα κινηθεί. Στη συνέχεια του βιβλίου, λεπτομέρειες (συνήθως ένας στίχος είναι αρκετός) αποκαλύπτουν την επίδραση που έχει η βιολογική αλλά και η κοινωνική ταυτότητα του αδελφού στον τρόπου που συμπεριφέρεται (και που μιλά) η αδελφή.
Είχα σκληρά πόδια από πάντα.
Επιδεικτικά
Τα ʼβαζα γυμνά μες στις τσουκνίδες για την μπάλα
τις εποχές που με κοστολογούσαν
από τις γρατζουνιές και τα γδαρμένα γόνατα.
(σ. 15)
Άραγε, στη λέξη «παιδί» πότε άρχισε να ισοσκελίζεται η έννοια «αγόρι» και η έννοια «κορίτσι»; Κάποτε το παιδί ήταν το αγόρι αλλά δεν ήταν το κορίτσι. Είναι ένα ουδέτερο που κλίνει προς το αρσενικό; Πληγές στα γόνατα, μπάλα, στο απόσπασμα από πάνω το παιδί παίρνει τα «παράσημα» του αγοριού, κινείται στον χώρο του. Επομένως το πεδίο δράσης του αγοριού υπερισχύει. Η Τζούντιθ Μπάτλερ πιστεύει ότι το φύλο είναι επιτελεστικό, δημιουργείται μέσα από μια σειρά επαναλαμβανόμενων πράξεων: «[…] το φύλο είναι περισσότερο μια ταυτότητα που συγκροτείται επισφαλώς στο χρόνο, που θεσπίζεται ς’ έναν εξωτερικό χώρο μέσω μιας στιλιζαρισμένης επανάληψης πράξεων».*
Ένα μοναχοπαίδι λοιπόν που είναι αγοροκόριτσο, άρα και βλέπει με τη στερεοτυπική «αντρική» ματιά (γι’ αυτό και στα ποιήματα υπάρχουν κοινές βρισιές, απότομες εκφράσεις). Το θηλυκό είναι κάτι που δεν το βλέπουμε παρά μόνο μέσα από την αναπαραγωγική του ιδιότητα και μάλλον υποτιμητικά καθώς το μοναχοπαίδι δεν μπορεί ακόμη να διαχειριστεί αυτή την ταυτότητα. Σε όλο το βιβλίο υφαίνεται μια σχέση αγάπης-μίσους για τη διττή ταυτότητα. Η μία υπονομεύει την άλλη. Υπάρχει, ωστόσο, μια συνθήκη που συνδέει και τις δύο. Η αδελφή ονειρεύεται τη φυγή και την ελευθεριότητα: «Αδελφέ μου, δεν θέλω να μαντρωθώ./Μόνο/να πίνω τσιγάρα και τεκίλα˙ να μιλώ για τον Καβάφη/να εκβιάζω τις συνθήκες να στραβώσουν.» (σ. 14). Εγκλωβισμένη στον χώρο, στο σώμα, στις επιταγές του φύλου όπως καθορίζονται από τον περίγυρο μέσω της επιτελεστικότητας, η αφηγήτρια συνδέει τη φυγή με τον χαρακτήρα του φύλου. Προσπαθεί να απελευθερώσει το θηλυκό υιοθετώντας αρσενικές συμπεριφορές. Η ενηλικίωση αποκτά έμφυλα χαρακτηριστικά, το ίδιο και τα συναισθήματα όπως η ανασφάλεια, η ντροπή.
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση συνήθως ντύνει με ένα βιωματικό μανδύα τον λόγο, ωστόσο σε αυτό το βιβλίο κυριαρχεί ο λόγος της αφηγήτριας-αδελφής που έχει το απόλυτο γνώθι σαυτόν, ενώ δεν διακρίνεται η ποιήτρια. Ο λόγος είναι απελευθερωμένος και θαρραλέος και εκμεταλλεύεται τα ταμπού. Γέννηση και μη γέννηση. Επιθυμία να καθοριστεί και να ξεκαθαριστεί το φύλο μέσα στην οικογένεια. Καταπιεσμένη επαναστατικότητα που εκδηλώνεται με τάσεις φυγής αλλά και τη συντροφικότητα, τους δύο εξισορροπητές της αδελφής. Η αφηγήτρια μαθαίνει να υπάρχει μέσα από τη βιολογική και την κοινωνική ταυτότητά της.
Η μέθοδος της ποιήτριας είναι να δομεί με κάθε στίχο και μια ανατροπή. Στο πρώτο ποίημα που παραθέσαμε ολόκληρο, στους τέσσερις πρώτους στίχους κάθε ένας ανατρέπει (συμπληρώνοντας) τον προηγούμενο. Οι μικρές και σταδιακές –ανά στίχο– αποκαλύψεις είναι σχεδόν σαρκαστικές, εξάλλου, καθετί που έχει ειπωθεί μπορεί να αποδομηθεί λίγο αργότερα. Ο λόγος της είναι επιθετικός διότι είναι αναγκαστικά λόγος αυτογνωσίας. Ωστόσο, ο επίλογος αρκετών ποιημάτων είναι βιαστικός, δηλαδή το θέμα κλείνει συνοπτικά με μια αποφθεγματική και «αποστομωτική» φράση. Παρομοίως, κάποιο ποίημα, ενώ ξεκινά με μια καλά δομημένη θεματική πρόταση, κλείνει χωρίς να την αναπτύσσει:
Κοιμούνται˙ δε θ’ ανοίξω το φως.
Θεωρητικά μου είναι οικείος ο χώρος -στο σκοτάδι.
(νομίζεις πως ξέρεις το σπίτι που μεγάλωσες)
(σ. 20)
Το τρίστιχο ποίημα δημιουργεί προσδοκίες, αλλά ολοκληρώνεται και πραγματώνεται μέσα στην αρχική του ιδέα. Θα λέγαμε ότι αν και αφήνει εντυπώσεις, λείπει το υπόλοιπο. Με τη φωνή της αφηγήτριας ανακαλούμε τις δυνατές φωνές γυναικών ποιητριών από τον αγγλοσαξωνικό χώρο, π.χ. της Μάργκαρετ Άτγουντ ή ακόμη της Σάρα Κέιν (αν και ο δικός της λόγος είναι περισσότερο ακραίος), αλλά και ποιητριών με σουρεαλιστικές καταβολές, όπως της Τζόις Μανσούρ. Η Σωτηράκογλου αφομοιώνει αυτού του είδους τις φωνές και με τα 22 λιτά ποιήματα του βιβλίου παρουσιάζει ένα θέμα με αρχή, μέση και τέλος. Κλείνοντας και το οπισθόφυλλο ο αναγνώστης αναγνωρίζει τη στόχευση και την πληρότητα του βιβλίου.
*Butler, Judith, Αναταραχή φύλου, ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μετ. Γ. Καράμπελας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009, σ. 182.