ΟΙ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ, ΧΕΡΜΑΝ ΜΠΡΟΧ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Αισίως έφτασα στο τρίτο και τελευταίο βιβλίο των Υπνοβατών του Χέρμαν Μπροχ, που είναι και το πιο ενδιαφέρον. Λέω αισίως διότι για τα δύο πρώτα βιβλία χρειάστηκε ένας Χειμώνας και μία Άνοιξη για να τα ολοκληρώσω. Η ανάγνωση ήταν αργή διότι οι δύο τους βασικοί χαρακτήρες -πραγματικοί υπνοβάτες- ήταν ανυπόφοροι από την τυφλότητά τους, δηλαδή τις προκαταλήψεις της εποχής, της τάξης, του φύλου, της κληρονομιάς τους. Που σημαίνει ότι ποτέ δεν υπερέβησαν τις συνθήκες, που συχνά οι ίδιοι διαμόρφωναν χωρίς, όμως, συνείδηση των αποφάσεών τους και χωρίς επίγνωση ότι επηρεάζουν τους γύρω τους. Εν ολίγοις, άλλα ήθελαν και άλλα κατόρθωναν. 

Ήταν μια επίμονη ανάγνωση της βέβαιης, χωρίς ανατροπές πορείας τους. Τόσο βέβαιη, που και ο ίδιος ο Μπροχ, ειρωνικά θα έλεγα, και στο πρώτο και στο δεύτερο βιβλίο, κλείνει το αφηγηματικό τους τόξο συνοπτικά, αφού με λεπτομέρειες πρώτα έχουμε παρακολουθήσει την πορεία της σκέψης και της δράσης ή της αδράνειάς τους. Με το ξαφνικό κλείσιμο ο Μπροχ μπορεί να κάνει ένα άλμα στον χρόνο, και να μεταφέρει όλους τους χαρακτήρες στο τελευταίο βιβλίο, υπό διαφορετική όμως οπτική γωνία διότι τώρα πια δεν είναι εκεί πρωταγωνιστές.

Τους πιο ενδιαφέροντες όμως χαρακτήρες τους έχει σε δευτερεύοντα ρόλο, να πλαισιώνουν τους κύριους. Ο Μπέρτραντ, η Ελίζαμπετ, ο Μάρτιν, ο Αλφόνς και ο Χάρι στο γκέι μπαρ, ο καπνοπώλης Λόμπεργκ κ.ά. Το γεγονός ότι ο Μπροχ κάποιους από αυτούς ποτέ δεν τους αφήνει ουσιαστικά, βοηθά στο να προχωρήσει κανείς μέχρι το τέλος της τριλογίας, των σχεδόν 800 σελίδων. Δεν έχω φτάσει ακόμη στο τέλος, όμως, το τρίτο βιβλίο είναι αμιγώς μοντερνιστικό σε ύφος και πνεύμα. Τα κεφάλαια είναι συντομότερα, αποσπασματικά και διασπαρμένα στον χώρο, από τα πολεμικά ορύγματα στον Ρήνο μέχρι το Βερολίνο, από τις ταβέρνες, στο νοσοκομείο ή στο τυπογραφείο. Παρόμοια κίνηση -διαρκή- υπήρχε και στα πρώτα βιβλία, όμως εκεί οι χαρακτήρες έμοιαζαν εγκλωβισμένοι και παρά την κίνησή τους από χώρο σε χώρο υπήρχε διάχυτη η αίσθηση της στασιμότητας. Τώρα οι χώροι έχουν ενέργεια. Οι νέοι χαρακτήρες είναι περισσότερο περίπλοκοι και δεν χρειάζεται ο συγγραφέας να μείνει εμμονικά μαζί τους. Το κυριότερο όμως, ο συγγραφέας-αφηγητής εμφανίζεται με τις σκέψεις του σχολιάζοντας το πνεύμα της εποχής που περιγράφει (η δράση όλης της τριλογίας τοποθετείται στα 1886-1918) αλλά και το πνεύμα της εποχής στην οποία έγραφε (μεσοπόλεμος, τα τρία μέρη ολοκληρώθηκαν την περίοδο 1930-1932). Όπως στο απόσπασμα:


 

«Μπορεί κανείς να απαντήσει πως ο μέσος άνθρωπος, του οποίου η ζωή περιορίζεται στον χώρο μεταξύ ταΐστρας και κρεβατιού, δεν έχει καμία ιδεολογία ούτως ή άλλως και επομένως θα μπορούσε άνευ ετέρου να τον προσεταιριστεί κανείς μέσω της ιδεολογίας του μίσους -σε κάθε περίπτωση, του προφανέστερου είδους μίσους, του εθνικού ή του ταξικού- και μάλιστα πως μια τέτοια κακομοίρικη ζωή, τιθέμενη στην υπηρεσία μιας υπερατομικής υπόθεσης, έστω κι αν είναι μια υπόθεση που φέρνει την καταστροφή, θα έμοιαζε ν’ αποκτά κάποια κοινωνική χρησιμότητα: Αλλά, κι αν ίσως ισχύει κάτι τέτοιο, αυτή η εποχή είχε άλλες, ανώτερες αξίες, των οποίων μετείχε παρ’ όλα αυτά το μεμονωμένο άτομο, μ’ όλη του την αξιοθρήνητη μετριότητα του μέσου ανθρώπου». (Χέρμαν Μπροχ, Οι Υπνοβάτες, εκδ. Έρμα, 2022, σ. 443)


ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ

  Αθόρυβα έχει μπει ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) στην βιβλιοθήκη μου, ενώ ποτέ δεν ήταν μέσα στις επιλογές μου. Κι όμως, έχω ένα ελάχιστο δ...